Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελενη Μαρκακη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελενη Μαρκακη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

31 Μάη 1919 βρέθηκε και αναγνωρίστηκε το πτώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ




Σαν σήμερα 31 Μάη 1919 βρέθηκε και αναγνωρίστηκε το πτώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ μετά από αυτοψία στο νοσοκομείο Χαριτέ, του Βερολίνου.

Στις 15 Γενάρη 1919, η νεαρή Γερμανική επανάσταση αποκεφαλίστηκε και σφραγίστηκε με το διπλό φόνο του Κάρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, οταν η Ασφάλεια κατάφερε να εντοπίσει το κρησφύγετο όπου κρύβονταν ο Λίμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ. Οι ασφαλίτες εισέβαλαν και συνέλαβαν τους δύο ηγέτες, τους οποίους μετέφεραν στο Επιτελείο Μεραρχίας Ιππικού της Φρουράς του Βερολίνου. Εκεί εκτελέστηκαν από αποθηριωμένους αξιωματικούς. Για να καλύψουν τα ίχνη τους, οι δολοφόνοι έστειλαν το πτώμα του Λίμπκνεχτ στο νεκροτομείο ως «πτώμα αγνώστου ανδρός», ενώ το πτώμα της Λούξεμπουργκ πετάχτηκε στο κανάλι Landwehr όπου βρέθηκε στις 31 του Μάη 1919.
Τίποτα από κείνη την περίοδο δεν πρέπει να ξεχαστεί!
************
Νίκου Καζαντζάκη ''Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ'':
...Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».
Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!
Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.
Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια:
«Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως μεόλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».
Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.
Και παρακάτω γράφει:
«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου· το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»
«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.
Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.
»Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».
Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:
«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.
»Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου· ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»
Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.
Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.
«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»
Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:
«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομον’η όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλω΄και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».
Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!
Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή: – Βοήθεια!
Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.
Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.
Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.
Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. ΄
Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.
Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας:
-Βοήθεια!»
Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.
Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
«Ο μικρός σκορπιός είπε: – Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!»
(απόσπασμα απο τον πρόλογο του Ν. Καζαντζάκη στο βιβλιο της Ρόζας Λούξεμπουργκ: ''Οργανωτικά προβλήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας'', μτρφ. Δ. Φασέα, εισαγωγή Αλ. Ρήγος, πρόλογος Ν. Καζαντζάκης «Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ», εκδόσεις Κοροντζής, Αθήνα,1927)

(Via Ελενη Μαρκακη)












Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Το Πάσχα και η Ταξική του Διάσταση - Του Γ. Μ. Σαρηγιάννη

 

Το Πάσχα και η ταξική του διάσταση
Ένα επίκαιρο -λόγω των ημερών- άρθρο του Γ. Μ. Σαρηγιάννη, που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη στις 26/4/1997
(...) Στο χριστιανικό Πάσχα το κύριο στοιχείο είναι τα Πάθη του Χριστού. Και εδώ θα πρέπει να τονιστούν:
Πρώτο, ο Ιησούς Χριστός ήταν Εβραίος, που δεν αμφισβήτησε το μωσαϊκό νόμο, αλλά απαίτησε την εφαρμογή του που είχαν διαστρεβλώσει οι τότε ιθύνοντες, η πολεμική του εστιαζόταν στους Γραμματείς και τους Φαρισαίους και στους Ιουδαίους φοροεισπράκτορες της Ρώμης, τους τελώνες, και όχι στους στρατιωτικούς διοικητές της Ρώμης, δηλαδή επρόκειτο για καθαρά κοινωνική επανάσταση και όχι "εθνική", θα λέγαμε σήμερα, "κατά της ξένης και ντόπιας ολιγαρχίας".
Δεύτερο, ότι ο ίδιος ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Μεσσίας ή ο υιός του Θεού, τόνιζε πάντα ότι ήταν ο "υιός του ανθρώπου". Τα κηρύγματά του είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα αναπόφευκτα, δεδομένου ότι κάθε κοινωνικό κίνημα στην προκαπιταλιστική εποχή περιβαλλόταν θρησκευτικό μανδύα και από ό,τι φαίνεται η θεοποίηση του Ιησού έγινε μεταγενέστερα από τους Αποστόλους.
Πέρα από την πολεμική του για την παραβίαση του μωσαϊκού νόμου από τους ιθύνοντες, επέκτεινε μερικές βασικές αρχές του ιουδαϊσμού εκσυγχρονίζοντάς τες, όπως η ισότητα όλων των ανθρώπων.
Προπαγάνδιζε μια κομμουνιστική κοινοκτημοσύνη, που εκφράστηκε στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους με τα κοινόβια, τα κοινά συσσίτια και την άρνηση της ιδιοκτησίας. Η προέλευσή του ήταν από τις ομάδες των Εσσαίων που είχαν αποτραβηχτεί σε κοινόβια (όπως τα σημερινά κιμπούτς) στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας, τα περισσότερα κεφάλαια της διδασκαλίας του είχαν ήδη εφαρμοστεί από τους Εσσαίους στα κοινόβιά τους και σε απλοποιημένη έκφραση ήταν μια επιστροφή στις ρίζες του ιουδαϊσμού.
Ακριβώς η διαφορά του Ιησού από τους Εσσαίους ήταν ότι δεν αποτραβήχτηκε στα κοινόβιά τους, αλλά πήγε αγωνιστικά μέσα στις πόλεις και κήρυξε στο τότε προλεταριάτο.
Και φυσικά εξοντώθηκε με εντολή της ιουδαϊκής άρχουσας τάξης (τους Ρωμαίους τους βόλευε να μείνουν φαινομενικά έξω από το έγκλημα "νίπτοντες τας χείρας τους" (και στη Μακρόνησο, Ελληνες διοικούσαν και δρούσαν, και τον Μπελογιάννη Ελληνες δικαστές τον καταδίκασαν, Ελληνες πολιτικοί "επέτρεψαν" την εκτέλεσή του και Ελληνες στρατιωτικοί τον εκτέλεσαν, οι επικυρίαρχοι Αμερικανοί ένιπταν τας χείρας των "μη επεμβαίνοντας" στην ελληνική Δικαιοσύνη και ελληνική πολιτική εξουσία...).
Η κοινωνική αυτή εξέγερση ρίζωσε αργότερα σε πλατιές μάζες, επέζησε διωγμών και εκατομβών θυμάτων (όπως είπε στην απολογία του ο Μπελογιάννης, οι πρώτοι χριστιανοί αγωνίζονταν για έναν κόσμο που θα απολάμβαναν αμέσως μετά το μαρτύριο και το θάνατό τους, τον Παράδεισο, ενώ οι κομμουνιστές αγωνίζονται για έναν κόσμο που οι ίδιοι δε θα γευτούν).
Μετά την εξάπλωσή τους, όμως, ακολούθησαν τη μοίρα πολλών κοινωνικών κινημάτων, οι ίδιοι οι δικοί τους, τους πρόδωσαν, δημιουργώντας μια ξεχωριστή τάξη ιθυνόντων, την επισκοπική νομενκλατούρα, η οποία "αποκάθαρε" τις αρχές του κινήματος εξαφανίζοντας τις επαναστατικές και ανατρεπτικές διακηρύξεις του, και το μετέτρεψε σε ένα θρησκόληπτο πλαίσιο υποταγής στους ανωτέρους, τυφλής υπακοής και δουλικής εξυπηρέτησης στο ιερατείο, που έγινε χειρότερο από τους καταγγελθέντες Γραμματείς και Φαρισαίους.
Είναι προφανές ότι, αν ξαναρχόταν ο Χριστός, το χριστιανικό ιερατείο θα τον ξανασταύρωνε, και το κάνει άλλωστε κάθε μέρα...
(το λινκ για ολόκληρο το άρθρο https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3640482 )
ο Γ. Μ. Σαρηγιάννης, είναι ομότιμος καθηγητής Ε.Μ.Π
* Στη φωτο: «ΚΑΤΕΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ. ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ»,
Εργο του CEREZO BARREDO.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Σαν σήμερα, το 1955, στις (ΗΠΑ) η Ρόζα Παρκς, Αρνείται να Παραδώσει το κάθισμά της και Συλλαμβάνεται..,

 


Από Ελενη Μαρκακη
1 ώρ. ·

Σαν σήμερα, το 1955, στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα (ΗΠΑ) μια αφροαμερικανή,
 η Ρόζα Παρκς, αρνείται να παραδώσει το κάθισμά της στο λεωφορείο σε έναν λευκό και συλλαμβάνεται, γινομένη σύμβολο του αγώνα κατά των φυλετικών διαχωρισμών στις ΗΠΑ.
Το βράδυ της 1ης Δεκεμβρη του 1955, η 42χρονη τότε μοδίστρα από το Μοντγκόμερυ της Αλαμπάμα, γύριζε όπως συνήθως με το λεωφορείο από την δουλειά και έκατσε σε μία από τις λιγοστές θέσεις που προορίζονταν για τους έγχρωμους επιβάτες.
Σύμφωνα με το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό, που κυριαρχούσε στην Αμερική μέχρι το 1956, οι θέσεις των έγχρωμων επιβατών βρίσκονταν στο πίσω μέρος του λεωφορείου και χωρίζονταν από εκείνες των λευκών με μια κενή σειρά.
Όταν το λεωφορείο γέμισε εκείνη την μέρα και τέσσερις λευκοί επιβάτες έμειναν όρθιοι, ο οδηγός απαίτησε από τους έγχρωμους επιβάτες να παραχωρήσουν την θέση τους. 
Η Παρκς, εκείνη την μέρα πήρε μία απόφαση που θα άλλαζε την ιστορία.
Δεν σηκώθηκε
Τότε ο οδηγός, κάλεσε τις αρχές και η Παρκς κατέβηκε απ’ το λεωφορείο βίαια, με τη συνοδεία δύο αστυνομικών. Οδηγήθηκε στο κρατητήριο για παραβίαση των νόμων περί φυλετικού διαχωρισμού, αλλά αφέθηκε ελεύθερη την επόμενη μέρα, αφού ο φίλος της, Έντγκαρ Νίξον, πλήρωσε την εγγύηση.
Τέσσερις μέρες μετά, στις 5 Δεκεμβρη, έγινε η δίκη της Παρκς, όπου κρίθηκε ένοχη και της επιβλήθηκε πρόστιμο 14 δολαρίων. Τότε η Παρκς έκανε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α.
Την ίδια μέρα, όλοι οι Αφροαμερικάνοι του Μοντγκόμερι, αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τα λεωφορεία. Αν και έβρεχε, κανένας μαύρος δεν ανέβηκε σε λεωφορείο. 
Μερικοί χρειάστηκαν να περπατήσουν μέχρι και 32 χιλιόμετρα, αλλά σύσσωμη η Αφροαμερικάνικη κοινότητα αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο μέσο μεταφοράς.
Εκείνο το απόγευμα, ο Μάρτν Λούθηρ Κινγκ έβγαλε ένα απ’ τους πρώτους λόγους του, που θα τον έκαναν μία απ’ τις πιο ηρωικές φιγούρες της ιστορίας. 
Είπε: «Έρχεται κάποια στιγμή, που οι άνθρωποι κουράζονται. Είμαστε εδώ αυτό το απόγευμα για να πούμε σε όλους αυτούς, που μας κακομεταχειρίζονται τόσο καιρό, ότι έχουμε κουραστεί. Έχουμε κουραστεί από τον διαχωρισμό, την ταπείνωση, τον ξυλοδαρμό της καταπίεσης»
Ο καιρός περνούσε, αλλά το μποϊκοτάζ δεν σταμάτησε. 
Για την ακρίβεια κράτησε 381 μέρες. Το σύστημα μεταφορών γονάτισε οικονομικά.
 Τα έσοδα των λεωφορείων είχαν μειωθεί τόσο, που αναγκάστηκαν να κοπούν πολλά δρομολόγια και να αυξηθεί η τιμή του εισιτηρίου, από δέκα στα δεκαπέντε σεντς. Οι μαύροι δέχονταν συνεχώς επιθέσεις. Απειλητικά τηλεφωνήματα, βανδαλισμοί στα σπίτια τους, πρόστιμα για ανύπαρκτες παραβιάσεις. Διατήρησαν όμως την ψυχραιμία τους και δεν ανταπέδωσαν.
Στις 13 Νοεμβρη του 1956, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι νόμοι φυλετικού διαχωρισμού στο Μοντγκόμερι ήταν αντισυνταγματικοί.
Την επόμενη μέρα, η Ρόζα Παρκς μαζί με τον Έντγκαρ Νίξον και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ επιβιβάστηκαν σε ένα λεωφορείο. 
Η Παρκς προχώρησε αγέρωχη και έκατσε στην πρώτη θέση. Σχεδόν δίπλα στον οδηγό. Κανείς δεν την κατέβασε. Στην αυτοβιογραφία της έγραψε: «Όλοι λένε ότι δεν άφησα τη θέση μου, επειδή ήμουν κουρασμένη, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν κουρασμένη σωματικά (…) είχα κουραστεί να υποχωρώ..
Πέρασαν χρόνια από τότε... Και μόλις στις 2 Ιουλη του 1964 υπογράφηκε νόμος με τον οποίο απαγορεύονται οι φυλετικές διακρίσεις σε δημόσιους χώρους, στις ΗΠΑ...

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Η "ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ" των "ΕΘΝΙΚΩΝ ΕΥΕΡΓΕΤΩΝ"




Από  Ελενη Μαρκακη
40 λ. ·
   Η ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Περί Βαρδινογιάννηδων ... Ή πως γεννιούνται οι ..."εθνικοί ευεργέτες" ...
(Το θυμήθηκα τώρα μετά την χθεσινή τιμητική εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής για τον ένα χρόνο της αποδημίας του Βαρδή Βαρδινογιάννη, όπου ''το παρών έδωσαν οι κορυφαίοι εκπρόσωποι του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου'', για τον ''γενναίο Κρητικό'' όπως τον αποκαλεί το ΒΗΜΑ):
Η δολοφονία του κοινοτάρχη Γιάννη Κουτσάκη.
Ο Γιάννης Κουτσάκης δολοφονήθηκε το απόγευμα της Μεγάλης Δευτέρας του 1986 σε μία ενέδρα έξω από το χωριό Πόμπια. Έτσι έκλεισε μια μακρά περίοδος αμφισβήτησης και κόντρας των κατοίκων της περιοχής με τους αδελφούς Βαρδινογιάννη. Επειδή αυτή η κόντρα είναι παλιά, είναι απαραίτητη μια βασική ιστορική αναδρομή.
Μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή ανήκαν από τις αρχές του αιώνα στο τοπικό μοναστήρι της Οδηγήτριας.
Πρόκειται για μια περιουσία που σχηματίστηκε από αγορές, από δωρεές και κυρίως από παραχωρήσεις αυτών των εκτάσεων στο μοναστήρι από τους ιδιοκτήτες τους, λόγω των προνομίων που είχαν τα μοναστήρια επί τουρκοκρατίας.
Οι εκτάσεις αυτές είναι στην πλειοψηφία τους βοσκότοποι, έτσι το μοναστήρι τις νοίκιαζε ή τις παραχωρούσε δωρεάν σε βοσκούς για χρήση.
Το 1961 ο Νίκος Βαρδινογιάννης αγοράζει 4.400 στρέμματα, αλλά όχι από το μοναστήρι της Οδηγήτριας που είναι ο ιδιοκτήτης τους, τα αγοράζει από Σφακιανούς βοσκούς που τα χρησιμοποιούσαν και που δεν είχαν δικαιώματα αγοραπωλησίας.
Η αγοραπωλησία γίνεται θέμα στην τότε Βουλή, αλλά κουκουλώνεται.
Ένας άλλος γόνος της οικογένειας ο Παύλος Βαρδινογιάννης είναι Βουλευτής της Ένωσης Κέντρου.
Ήδη πριν επισημοποιηθεί η αγοραπωλησία χάνεται εντελώς περίεργα, κλέβεται δηλαδή από το μοναστήρι ο κώδικας της κτηματικής του περιουσίας, όπου είναι καταχωρημένες οι ιδιοκτησίες κι έτσι εξαφανίζεται το μοναδικό στοιχείο που αποδεικνύει την παρανομία.
Παρόλα αυτά επανειλημμένα το θέμα έρχεται στη Βουλή και τα συμβόλαια της αγοράς καταγγέλλονται ως άκυρα.
Λίγο αργότερα οι Βαρδινογιάννηδες στήνουν την εταιρεία ΣΕΚΑ που αγοράζει γύρω στο 1965 μετά από εικονική δημοπρασία ένα βραχονήσι στο μπάσιμο του όρμου των Καλών Λιμένων, έναντι 75 χιλιάδων δραχμών.
Βάζοντάς το υποθήκη, παίρνουν στη συνέχεια από την Αμερικανική Τράπεζα First National Bank δάνειο 36 εκατομμύρια δραχμές.
Η εταιρεία ΣΕΚΑ δημιουργείται σαν εταιρεία ανεφοδιασμού πλοίων και πράγματι η θέση είναι στρατηγική για μια τέτοια επιχείρηση. Πρόκειται για τη νοτιότερη άκρη της Κρήτης και σταθμό ανεφοδιασμού για όλη την Ανατολική Μεσόγειο.
Οι Βαρδινογιάννηδες εγκαθιστούν στην αρχή δύο δεξαμενόπλοια που χρησιμοποιούνται σαν πλωτές δεξαμενές. Όμως το 1965 μια ξαφνική κακοκαιρία σπρώχνει το ένα στην ακτή όπου προσαράζει και καταστρέφεται.
Κατόπιν αυτού αφού αγοράσουν τη βραχονησίδα στήνουν εκεί σταθερές δεξαμενές πετρελαίου και νερού.
Από τη στιγμή που οι Βαρδινογιάννηδες γίνονται νόμιμα ή παράνομα ιδιοκτήτες της περιοχής, αρχίζουν την εκστρατεία απομάκρυνσης των κατοίκων των Καλών Λιμένων από το χωριό τους, ώστε να εξασφαλίσουν τον ανάλογο έλεγχο της περιοχής.

Οι χωρικοί, όπως και σε πολλά άλλα χωριά γύρω, έχουν ήδη μπει στην τροχιά της μετανάστευσης, κι έτσι οι Βαρδινογιάννηδες έναντι ευτελών ποσών αγοράζουν μερικά σπίτια.
Αλλά οι περισσότεροι δεν πουλάνε, και τότε αρχίζει η τρομοκρατία. Καταστροφές των σπιτιών, συστηματικές απειλές με όπλα, εκβιασμοί, ατέλειωτοι δικαστικοί αγώνες, είναι το ρεπερτόριο.
Στις περισσότερες περιπτώσεις οι κάτοικοι υποκύπτουν και η ΣΕΚΑ αγοράζει τα σπίτια τους και τα γκρεμίζει.
Κάποιοι ελάχιστοι παραμένουν, αλλά έχουν απέναντί τους σε καθημερινή βάση απέναντι την τρομοκρατία των μπράβων του ΣΕΚΑ.

Έτσι, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ΄70 οι Βαρδινογιάννηδες έχουν κυριαρχήσει στην περιοχή.
Όμως στις δημοτικές εκλογές του 1978 βγαίνει Κοινοτάρχης στην Κοινότητα Πηγαδάκια στην οποία υπάγονται και οι Καλοί Λιμένες ο Γιάννης Κουτσάκης.
Νέος, γύρω στα 26, σοσιαλιστής, κάποια από τις εξαιρέσεις του ΠΑΣΟΚ της εποχής εκείνης, που αποφασίζει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, πολύ απλά αρχίζει τον πόλεμο με τους μαφιόζους που έχουν λεηλατήσει την περιοχή.
Το πρώτο του μέλημα είναι να ανοίξει ο δρόμος από τα Πηγαδάκια στους Καλούς Λιμένες.
Ο δρόμος αυτός είχε χαραχτεί το 1962 και ο απαλλοτριώσεις είχαν πληρωθεί ως το 1966. Όμως περνάει μέσα από την ιδιοκτησία της ΣΕΚΑ, που αν και έχει χρυσοπληρωθεί πουλώντας κάθε θάμνο για εκμεταλλεύσιμο δέντρο, εμποδίζει το άνοιγμα του δρόμου.
Οι μπουλντόζες έχουν σταματήσει για χρόνια στα σύνορα της ΣΕΚΑ.
Από το 1981 και μετά ο Κουτσάκης νοιώθει πως ο γενικός πολιτικός συσχετισμός τον ευνοεί.
Έτσι, προσπερνά τις απειλές της ΣΕΚΑ και τις προσπάθειες εξαγοράς του από το Σήφη Βαρδινογιάννη και αποτελειώνει το άνοιγμα του δρόμου.
Παράλληλα αρχίζει η εγκατάσταση δικτύου νερού και ρεύματος με άπειρες δυσκολίες. Τη νύχτα οι μπράβοι της ΣΕΚΑ καταστρέφουν τους σωλήνες, την ημέρα με αυτοκίνητα εμποδίζουν τις μπουλντόζες.
Αλλά τα έργα έστω και με καθυστέρηση, προχωράνε.
Είναι φανερό πως αυτά τα έργα ήταν από τα πιο απαραίτητα για να μπορέσουν οι παλιοί κάτοικοι των Καλών Λιμένων να ξαναεγκατασταθούν στο χωριό τους.
Και πράγματι το ρεύμα της επιστροφής αρχίζει, προκαλώντας πανικό στα αφεντικά της ΣΕΚΑ.
Το χειμώνα του 1985 ένα καινούριο μέτωπο προστίθεται.
Παλιοί και νέοι κάτοικοι, με τη βοήθεια του Κουτσάκη αρχίζουν να ξαναχτίζουν σπίτια στους Καλούς Λιμένες.
Η ΣΕΚΑ καρφώνει τα αυθαίρετα.
Οι μηνύσεις και οι έρευνες της Αστυνομίας πέφτουν βροχή.
Ο Κουτσάκης αναλαμβάνει την υπεράσπιση των συγχωριανών του από κάθε πλευρά.
Οι Βαρδινογιάννηδες πιέζουν το Νομάρχη Ηρακλείου Λουκάκη να διατάξει την κατεδάφιση των αυθαιρέτων.
Η απάντηση του Κουτσάκη είναι σαφής: "Το γκρέμισμα των αυθαιρέτων θα αρχίσει από το Ηράκλειο".
Κι όσον αφορά τους Καλούς Λιμένες, να γκρεμίσουν πρώτα όλα τα αυθαίρετα της ΣΕΚΑ και μια βίλα των Βαρδινογιάννηδων και μετά τα σπίτια των κατοίκων, αλλιώς..
Σε μια συνάντηση διαλόγου στα γραφεία της ΣΕΚΑ οι μπράβοι και ο ίδιος ο διευθυντής της εταιρείας ξυλοκοπούν τον Κουτσάκη.
Δεν πτοείται, το χειμώνα του 1985 μια BMW με τέσσερα άτομα προσπαθεί να του κλείσει το δρόμο και τον ρίχνει σε διπλανό γκρεμό, που ξεφεύγει.
Ο Κουτσάκης αποφασίζει να επισκεφθεί το Πάσχα του 1986 το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, στο οποίο υπάγεται διοικητικά το μοναστήρι της Οδηγήτριας.
 Θεωρεί σχεδόν βέβαιο ότι θα βρει εκεί αντίγραφα του κλεμμένου κώδικα κτηματικής περιουσίας του μοναστηριού, ώστε να αποδείξει την παρανομία της αγοράς του 1961.
Τη Δευτέρα 28 Απρίλη του 1986, Μεγάλη Δευτέρα, καθώς επιστρέφει με την οικογένειά του έξω από το χωριό Πόμπια, σε μια από τις πολλές στροφές του δρόμου, κάποιοι άγνωστοι έχουν ρίξει πέτρες στο δρόμο.
Ο Κουτσάκης σταματάει το αυτοκίνητο και δέχεται τον πρώτο πυροβολισμό.
Προσπαθεί να βγει για να πάρει το όπλο που έχει στο port baggage, ο γκάνγκστερ όμως πλησιάζει τον Κουτσάκη πυροβολώντας τον συνέχεια.
Στα τρία μέτρα τον έχει αποτελειώσει.
Οι κάτοικοι, αλλά και ολόκληρη η Κρήτη μένουν εμβρόντητοι.
Αντίθετα, οι Αστυνομικοί του χωριού αφήνουν ώρες να περάσουν μέχρι να αρχίσουν οι έρευνες για το δράση.
Μάταιος κόπος.
Όλοι οι κάτοικοι ξέρουν ποιοι είναι πίσω από τη δολοφονία του Κουτσάκη αλλά δεν είναι οι μόνοι.
Το ίδιο βράδυ φτάνει ινκόγνιντο ισχυρή αστυνομική δύναμη με πολιτικά, που μαζί με τους μπράβους της ΣΕΚΑ αναλαμβάνουν την περιφρούρηση των εγκαταστάσεων.
Οι Βαρδινογιάννηδες φοβούνται και δεν κατεβαίνουν το καλοκαίρι στη βίλα τους. Επιπρόσθετα μια εβδομάδα μετά τη δολοφονία του Κοινοτάρχη η ΣΕΚΑ βγάζει ανακοίνωση και υπόσχεται δέκα εκατομμύρια για την ανεύρεση του δολοφόνου.
Φυσικά κρατάει τα λεφτά της.
Θεωρώντας πως η αντίσταση των κατοίκων έχει καμφθεί, η ΣΕΚΑ ξαναρχίζει τη λεηλασία της περιοχής.
Ένα μήνα μετά τη δολοφονία, ετοιμάζεται να ξαναρχίσει τις γεωτρήσεις.
Η αντίδραση των κατοίκων είναι ακαριαία, διακόσια πενήντα άτομα σταματάνε τη γεώτρηση και στις 12 Ιουνίου του 1986 κάνουν δυναμική συγκέντρωση στους Καλούς Λιμένες εναντίον της ΣΕΚΑ, καταλαμβάνουν μια αποθήκη της εταιρείας και πετάνε όλο το περιεχόμενό της στη θάλασσα.
Η κατάληψη κρατάει τρεις μέρες, την αντιμετώπισή της αναλαμβάνει η ανώτερη Αστυνομική Διοίκηση όλης της Κρήτης, οι ανακρίσεις φυσικά προχωρούν αλλά δεν βρίσκουν την άκρη.
Παρόλα αυτά με επιστολή του σε δύο τοπικές εφημερίδες 30 Ιουλίου του 1986 ο Ανθυπαστυνόμος Ασφαλείας Ηρακλείου Χαριτάκης διαμαρτύρεται στον Πρωθυπουργό για "τις πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο της Αστυνομίας που της δυσκολεύει την εξιχνίαση διαφόρων υποθέσεων".
Μεταξύ άλλων λέει: "Πρόσφατο παράδειγμα η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως του Προέδρου των Πηγαδακίων, η εξιχνίαση του οποίου είναι ζήτημα ωρών.
Η περιοχή βοά, λύστε τα χέρια της Αστυνομίας και κλείστε τα στόματα που παραπλανούν σκόπιμα δια του Τύπου και δια των ψιθύρων την κοινή γνώμη" (Μεσόγειος, 30 Ιουλίου 1986).
Οι συγγενείς του Κουτσάκη προτείνουν στους Εισαγγελείς τον Χαριτάκη σαν μάρτυρα.
Η ανεξάρτητη δικαιοσύνη, εκτός από τυφλή είναι και κουφή.
Ο Χαριτάκης μετατίθεται.
Στις επόμενες κοινοτικές εκλογές οι κάτοικοι βγάζουν Κοινοτάρχη τον πατέρα του Κουτσάκη και αρχίζουν αμέσως οι ανώνυμες πλην έγγραφες απειλές «κάθαρμα θα πεθάνεις κι εσύ».
Εν τω μεταξύ η ΣΕΚΑ αρχίζει να σέρνει ξανά τους κατοίκους των Καλών Λιμένων στα Δικαστήρια για καταπατητές.
Οι κάτοικοι υπομένουν, υποφέρουν και σωπαίνουν, οι ρουφιάνοι είναι παντού».
Πηγή :περιοδικό «Post»-1991
* 39 χρόνια έχουν περάσει από τη δολοφονία του κοινοτάρχη Γιάννη Κουτσάκη που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ ...
**Η 2η φωτο είναι από ρεπορταζ του Ριζοσπάστη στις 23 Οχτώβρη 1983 στην περιοχή Καλών Λιμένων του Ηρακλείου




Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

- Μπορώ να σε κρατώ από το χέρι, αν δε μας σκοτώσουν.. Βεβαίως, Πιάσου από το μπράτσο μου..

 


Μια απλή μαρτυρια ,που τη γνωρίζουν μόνο όσοι ήταν εκεί...
Την Παρασκευή το απόγευμα βγήκαμε και πήγαμε γρήγορα στο σπίτι για ένα μπάνιο, 3 μέρες απλητοι . Εξάλλου δίπλα ήταν Μπενάκη 100.
Η μητέρα μου μας έδωσε μια παλιά γκρίζα κουβέρτα, που την εβαζε στο τραπέζι πάνω για να σιδερωνει, δεν είχαμε τότε σιδερωτηρια, και μας είπε: Πάρτε τη για το βράδυ , ολοκρυοτοι είστε, δύο βράδια άυπνοι.
Και μια τσάντα λεμόνια, που μας είπαν , ότι ήταν καλά να τα μυρίζετε , όταν πέφτουν τα δακρυγόνα.
""Να προσέχετε παιδιά μου""
Τίποτα άλλο. Τι άλλο θα μπορούσε να μας πει μια Επονιτισα μάνα?
""Έλα, ρε μάνα , παιδιά είμαστε?""

Ίσα ίσα που προλάβαμε και μπήκαμε μέσα, πριν κλείσουν για βράδυ οι πόρτες.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά απόψε. Στεκομουνα με τον αδελφό μου, τον Θεοφιλο , τη Φώφη, τον Δημόπουλο, δε θυμάμαι πια με πόσους άλλους.
Η κούραση από το ξενύχτι δύο ημερών, τα βράδυα στις συνελεύσεις, και το πρωί οι φωνές και τα συνθήματα, είχε κάνει την εμφάνιση της.
Ήξερα ότι είχα πάει εκεί με την ψυχή μου.
Κανείς δε θα μπορούσε να με πείσει να αποχωρήσω.
Δεν μπορούσα να χωνέψω την άποψη της προβοκάτσιας. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά.
Όμως να ξέρετε τα βράδια στις συνελεύσεις κι εκείνη ακόμα την ώρα χωρισμένοι είμαστε.

Τα δακρυγόνα έπεφταν από νωρίς. Αναβαμε φωτιές και χυναμε νερά. Μια λασπουρια όλα.
Ο Λαλιώτης έκανε διαπραγματεύσεις στην κεντρική πύλη.
Τότε ήρθε η Νάντια (Βαλαβάνη) και μου είπε:
Θα πιάσετε μπράτσο με μπράτσο ,τα Κρητικακια μπροστά στη μικρή πόρτα που θα ανοίξει σε λίγο, που ήταν δίπλα στη μεγάλη πύλη. Θα κάνετε διάδρομο, περιφρουρημενο, και θα περάσουν λίγα φορεία με τραυματίες που έχουμε.
Εσείς ότι και να γίνει, ότι και να δείτε ,θα τραγουδάτε "το γελαστό παιδί".
Θυμάμαι πιαστηκαμε με το Θεόφιλο και τη Φώφη, Ταμιωλακη, και αρχίσαμε να τραγουδάμε.
Πόσο θαθελα να υπήρχε κάπου ένα μαγνητόφωνο, και να το ' χε γράψει.
Να ακούσετε πως τραγουδούσαν κάποια εικοσάχρονα, με μια φωνή που δε βγαίνει , γιατί είχε κλείσει πια 3 μέρες από τα συνθήματα και τα τραγουδια, για τα γελαστά παιδιά, που είχε παγώσει πια το χαμόγελο στο πρόσωπο τους. Πώς τραγουδάει κάποιος χωρίς φωνή!!!
Ψωμί παιδεία Ελευθερία!
Πότε θα κάνει ξαστεριά!!!
Μπροστά μας πέρασαν τα φορεία. Τα φέρετρα θα πρεπε να πω καλύτερα.
Γιατί ήταν σκεπασμένα τα πρόσωπα με σεντόνια?
Γύρισα και ρώτησα το Θεόφιλο.
Κοιταχτηκαμε. Δε μιλήσαμε.
Παγωσαμε προς στιγμήν.
Πεισμωσαμε. Και συνεχίσαμε να τραγουδάμε πιο δυνατά.
Πολύ αργότερα το τανκ άναψε τα φώτα του, και καταλάβαμε ότι θα έμπαινε μέσα.
Τραβηχτηκαμε βίαια πίσω.
Εκεί λύθηκαν τα χέρια μας με το Θεόφιλο. Δεν τον ξαναείδα. Χαθήκαμε.
Η πόρτα έπεσε πάνω στο αμάξι του πρύτανη.
Ήμουν τέσσερα μέτρα πίσω,κι όλα τα παιδιά, που ήταν στα κάγκελα δεξιά κι αριστερά της πόρτας τραβήχτηκαν και προχωρούσαν στον κεντρικό διάδρομο της αυλής.
Γλυστρησα στη λάσπη κι έπεσα κάτω.
Με πατούσαν και σκεφτόμουν δύο πράγματα.
α) Τώρα θα πεθάνω
β) Αν κατορθώσω , να στηριχτώ στα χέρια μου, και να κάνω έτσι με το κορμί μου ένα κεκλειμενο επίπεδο μπορεί και να ζήσω, γιατί δε θα μου πατήσουν το κεφάλι.
Κατάφερα και το κανα. Με πατούσαν παντου , μέχρι τη μέση, και μετά καταλάβαιναν εκεί κάτω είναι άνθρωπος , κι είτε σκουντουφλουσαν κι έπεφταν , είτε με πηδούσαν.
Όταν πέρασε κι ο τελευταίος, και μπήκε και το τανκ και σταμάτησε , πίσω μου, σηκώθηκα σιγά σιγά με όση δύναμη μου είχε μείνει.

Τα είχα χάσει όλα. Δεν είχα τίποτα. Την κουβέρτα, το ταγαρι μου, που μέσα είχε την ταυτότητα μου, τα κλειδιά μου, το πορτοφόλι , την ατζέντα μου... Καταλαβαίνετε τι σήμαινε αυτό. Τι απειρία , να πηγαίνω σε κατάληψη , κρατώντας όλα αυτά επάνω μου.Τα ρούχα μου ήταν όλα μια λάσπη.
Αλλά εμένα , αυτό που με απασχολούσε εκείνη την ώρα, ήταν ότι είχα χάσει τα μυωπικα γιαλιά μου, που μου έπεσαν πεφτοντας και δεν είχε μείνει ούτε ίχνος.
Δεν εβλεπα τη μύτη μου.
Σκουντουφλοντας έφτασα στο αριστερό κτίριο , που είχαν μαζευτεί παιδιά, και ειπα στο διπλανό μου άγνωστο νεαρό.
- Μπορω να σε κρατώ από το χέρι, αν δε μας σκοτώσουν, γιατί δε βλέπω τίποτα χωρίς γιαλιά?
Και μου είπε:
Βεβαίως . Πιάσου από το μπράτσο μου. Μη φοβάσαι τίποτα. Έχω μαύρη ζώνη καράτε.
Χαχαχαχα! Γελάω τώρα!
Θυμάμαι ότι και τότε γέλασα. Και σκέφτηκα.
Φαίνεται πρώτη φορά , του ζήτησε κορίτσι να τον πιάσει από το χέρι.
Τώρα συλλογιζουμε ότι και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου, πάντα υπήρχε παραδίπλα το γέλιο.
Κι επίσης έχω ένα φίλο καλό, που όταν του λέω κάποιο πρόβλημα, πάντα μου λέει ήρεμα: "Μη φοβάσαι τίποτα. Μη φοβάσαι. "
Περίεργη που 'ναι η ζωή.
Έτσι λοιπόν αυτό το νεαρό παιδί, με οδήγησε έξω.
Δεν ξέρω ποιος είναι.
Ούτε αν ζει.
Βγηκαμε από την κεντρική πύλη, σκονταφτοντας, στα κάγκελα, στο αυτοκίνητο.
Όσοι βγηκαν από τις πλαϊνές , τους περίμεναν οι κλούβες. Συνελήφθηκαν όπως κι ο Θεόφιλος, που βγήκε απ' την Τοσίτσα.
Καταφέραμε και φθάσαμε σε μια πολυκατοικία, που είχε την πόρτα της ανοιχτή , στη Στουρνάρα , και στοιβαγχτηκαμε σ' ένα φιλόξενο διαμέρισμα και στο διπλανό, που έγραφε στο κουδούνι, Τραϊφόρος, Βέμπο.
Δεν θα συνεχίσω άλλο....
Ίσως δεν έπρεπε να γράψω ούτε αυτά.
Ίσως έπρεπε να γράψω μόνο.
ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΖΕΙ!
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ!!!
Χαρα Τρουλλινου

                              **************************************** 

και από την σΜαρια Δημητρουκα

38 λ. 
Νοέμβρης 73 και κάθε Νοέμβρης..
-----------------------------------------------
Κείνη τη νύχτα, π ανάψαν οι φωτιές,
μάθαμε ν αχνίζουμε το τζάμι για τετράδιο
και να μιλάμε χαμηλά, όταν περνούν χωροφυλάκοι..
--------------------------
Σε γνώρισα!
Ήσουν εσύ, που κείνο το ματωμένο πρωϊνό
μου χάρισες ένα πικρό γαρύφαλλο..
---------------------------
Περνούσες πάντα κείνον το δρόμο, σφυρίζοντας.
Κάποτε, ακούστηκε να τραγουδάς.
Μετά, δεν ξαναφάνηκες.
Κι όλοι συμφώνησαν, σιωπηλά,
πώς χάθηκες τη μέρα που τραγούδησες..
------------------------------------------------------------------------------
Πολλά καρφιά μπηγμένα στο μυαλό μου.
Στη μήτρα το ηλεκτροσόκ.
...Σκοτεινή κλούβα που μας πήγαινε.
Οι φίλοι μου κομματιασμένοι στην πόρτα του Γκρήν πάρκ
στην οδό Μαυροματαίων.
Κάποτε, πρέπει να χα χέρια.
" Μη μαρτυρήσεις ρε!!!!!"
Το αίμα, έχει γεύση κοκκινη.
" Δεν ξέρω τίπποτα"..Μόνο, πως με φοβάσαι..
Πίσω στο σπίτι, ένα μικρό παιδί, θα κλαίει..
----------------------------------------------------
" Φυλάξου Μαίρη" μόνο προλαβες να πείς.
Στην τρίτη νεραντζιά αριστερά μπαίνοντας στο Πολυτεχνείο..
--------------------------------------------
Τάχα, πού παιζουν τα παιδιά ετούτον τον χειμώνα;
Τα πάρκα γίναν πολεμίστρες..
----------------------------------------------------
Δός μου το χέρι σου.
Άσε τα πόδια σου γυμνά μες το νερό.
Μην σφίγγεις τα χείλη.
Κλείσε τα μάτια.
Κι άκου, για μια ακόμη φορά, την πικρή μα γενναία ιστορία της νειότης μου.
.......Ημουν, εικοσιτριών χρόνων..