Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Ταμπακάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Ταμπακάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Αδούλωτοι Τραγουδιστάδες της Άνοιξης - Σαλπιστές της Ξαστεριάς.

 

«Στάμαν Καλομηνά»*
( * 1η Μαΐου, στην ποντιακή διάλεκτο )
Σ’ αυτούς τους δίσεχτους χρόνους, σ’ αυτούς τους χαλεπούς, τους κίβδηλους, τους κάλπικους καιρούς, που οι παραχαράκτες και λαθροχείρες έχουν πάρει εργολαβία την παραχάραξη της Ιστορίας, έτσι ώστε να ξαναγραφεί με τρόπο που να τους βολεύει, οχτώ φωτογραφίες ήρθαν να ρίξουν λάδι στο καντήλι της θύμησης, έτσι ώστε να φουντώσει η φλόγα που καίει άσβεστη όλα αυτά τα χρόνια, να πυρπολήσουν την καρδιά και να μας θυμίσουν το Χρέος. Σ’ αυτούς τους καιρούς όπου το διαρκώς ευρισκόμενο σε οργασμό τέρας του φασισμού αναπαράγεται διαρκώς, ήρθαν να ρίξουν φως στο σκοτάδι που προσπαθούν να απλώσουν οι δυνατοί αυτού του κόσμου πάνω στην μια και μοναδική Αλήθεια. Βράδυ Σαββάτου 14 Φεβρουαρίου 2026 ήρθαν να μας πυρπολήσουν την καρδιά, να μας συγκλονίσουν σύγκορμα.
Διακόσια παλληκάρια, διακόσιοι Έλληνες κομμουνιστές προχωράνε στο διάσελο της Ιστορίας, βαδίζουν πάνω στην ρωγμή του χρόνου. Είναι όλοι τους κρατούμενοι στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Από τους διακόσιους οι εκατό σαράντα επτά είναι Ακροναυπλιώτες. Κατ΄ άλλους ήταν εκατό πενήντα επτά, ενώ σύμφωνα με τον Βασίλη Μπαρζιώτα στο βιβλίο του «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία» ήταν εκατόν είκοσι. Βέβαια, μέχρι σήμερα τα επίσημα αρχεία του κράτους παραμένουν κλειστά και δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο αριθμός. Πάντως, οι περισσότεροι προέρχονταν από το φρούριο της Ακροναυπλίας, όπου τους φυλάκισε το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Μεταξά, κάποιοι απ΄ αυτούς από το 1936. Στην συνέχεια οι ντόπιοι φασίστες τους παρέδωσαν στους ναζιστές κατακτητές. Οι υπόλοιποι είχαν συλληφθεί στην διάρκεια την κατοχής για την δράση τους.
Προχωράνε καμαρωτά. Είναι αποφασισμένοι, ευθυτενείς, αγέρωχοι, αλύγιστοι με μια σπιρτάδα στο βλέμμα, λες είναι μέρα γιορτινή και πάνε σε χοροστάσι, όμως πάνε στου χάρου το αντάμωμα. Στο ποίημα «Πρωτομαγιά 1944» λέει ο Κ. Βάρναλης:
«…Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι…»
Στους ώμους τους σηκώνουν το βαρύ φορτίο του χρέους, της τιμής. Όταν μπήκαν στις μυλόπετρες του αγώνα, είχαν αποφασίσει να παλέψουν, να δώσουν όλο τους το είναι με κίνδυνο να συνθλιβούν, είχαν αποφασίσει να δώσουν και την ζωή τους ακόμα για το «ψωμί στο τραπέζι των φτωχών», για μια κοινωνία με το ατάξικο γαλάζιο του Ρίτσου, μια κοινωνία με αδελφοσύνη, με παγκόσμια ειρήνη. Είχαν αποφασίσει να αγωνιστούν για το χαμόγελο στα χείλη του παγκόσμιου προλεταριάτου. Ο δρόμος που επέλεξαν να βαδίσουν είναι κακοτράχαλος, όλο χωσιές και παγίδες. Αρκετές φορές δεν υπάρχει δρόμος και χρειάζεται να ανοίξουν. Με την αξίνα του λόγου σκάβουν το κακοτράχαλο παρθένο χώμα και ρίχνουν τον σπόρο της δικαιοσύνης, της τιμής, της ισότητας, της συντροφικότητας και καθώς ο σπόρος ριζώνει γίνεται φως που διαλύει τα σκότη. Είναι ο δρόμος που κυματίζει η σημαία της αξιοπρέπειας, ο δρόμος που οδηγεί στο μέλλον. Είναι η εμπροσθοφυλακή του αυριανού κόσμου.
Είναι οι ταμένοι της Λευτεριάς, οι αδουλωτοι τραγουδιστάδες της Άνοιξης, οι σαλπιστές της Ξαστεριάς. Είναι αυτοί που κυλούν τον τροχό της Ιστορίας. Είναι οι νέοι Οδηγητές του Βάρναλη: «…δεν είναι αυτοί σπορά της τύχης….. Είναι ώριμα τέκνα της ανάγκης και ώριμα τέκνα της οργής…» Έχουν αφήσει πίσω τους τον φόβο. Ποτέ η ματιά τους δεν είναι χαμηλωμένη, μεσίστια. Είναι οι νέοι Διγενήδες που αντροκαλούν τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια της προσφυγομάνας Καισαριανής.
Βαδίζουν περήφανα με αξιοπρέπεια, έχουν έντονη την ανάμνηση της προηγούμενης βραδιάς στο στρατόπεδο του Χαιδαρίου όπου, όπως περιγράφει στο βιβλίο του «Στρατόπεδο Χαιδαρίου» ο Θέμος Κορνάρος, με βιολί και δυο κιθάρες γλέντησαν, τραγούδησαν και μοίρασαν στους συγκρατούμενους τους προσωπικά τους αντικείμενα. Λοιπόν, «σαν έτοιμοι από καιρό σαν θαρραλέοι» όπως λέει ο Καβάφης, ξεκίνησαν τον Χάρο ν’ ανταμώσουν.
Αυτό ακριβώς αποτυπώνουν οι οκτώ φωτογραφίες, το συγκλονιστικό, το μεγαλειώδες. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες αχτινοβολούν, εκπέμπουν φως, ελπίδα. εμπνέουν, καθοδηγούν. Αποτελούν σάλπισμα αφύπνισης, σάλπισμα εφόδου στο μέλλον, σάλπισμα νίκης. Μέσα από αυτές αναδύεται όλο το χρωματικό φάσμα του φωτός και οι μυρωδιές από τα αγριολούλουδα της γης. Σε καμιά απ’ αυτές δεν ανιχνεύεται φόβος στα πρόσωπα, η στο παράστημα των διακοσίων κομμουνιστών καθώς προχωράνε, καθώς στέκονται μπροστά στις μπούκες των πολυβόλων που είναι έτοιμα να ξεράσουν τον θάνατο. Στην φωτογραφία με τους μελλοθάνατους κομουνιστές που προτάσσουν τα στήθη τους και υψώνουν την γροθιά τους, είναι ολοφάνερο ποιος φοβάται.
Δεν χρειάζεται να ψάξει πολύ κανείς για να βρει που οφείλεται αυτή η σθεναρή και περήφανη στάση. Μια μόνο φράση, τρεις μόνο λέξεις που περικλείουν όλο το μεγαλείο είναι αρκετές: «ΠΑΩ για εκτέλεση!» Έτσι έλεγαν. Ποτέ δεν είπαν: «με πάνε για εκτέλεση». Εδώ είναι η μεγάλη, η ειδοποιός διαφορά «ΠΑΩ για εκτέλεση!» Ήταν δική τους απόφαση. Στον κοινό αγώνα είχαν αφιερώσει την ζωή τους. Το τραχύ δρόμο τους τον διάλεξαν οι ίδιοι, δεν τους επιβλήθηκε.
Είναι συγκλονιστικά τα τελευταία σημειώματα που πετούν από τα ναζιστικά καμιόνια που τους μεταφέρουν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Οι περαστικοί μάζευαν τα σημειώματα και τα πήγαιναν στην αναγραφόμενη διεύθυνση.
Στο σημείωμα του ο Ναπολέων Σουκατζίδης γράφει:
«Φώτην Σουκατζίδην, Αρκαλοχώρι, Ηρακλείου Κρήτης.
Πατερούλη,
Πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για το μονάκριβο γιό σου. Ν’ αγαπάς και να λατρεύεις την κορούλα σου και την αδελφούλα μου. Γειά, γεια πατερούλη».
Ο Σπήλιος Αμπελογιάννης έγραφε στο μαντήλι του που βρέθηκε θαμμένο στην αυλή σπιτιού στον Κολωνό και που υπάρχει στο αρχείο του ΚΚΕ: «Αμπελογιάννης Σπήλιος του Κωνσταντίνου. Οδός Άστρους 93 Κολωνός. Έτσι πεθαίνουν οι τίμιοι Έλληνες. Πεθαίνω περήφανος. Ζήτω η Λευτεριά. Διαβάτη Έλληνα, το ρούχο τούτο να το πας στην παραπάνω διεύθυνση. Είναι η στερνή επιθυμία ενός ανθρώπου που ξέρει να πεθαίνει για την λευτεριά. Ζήτω ο Ελληνικός Λαός».
Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας γράφει: «...Σφίξτε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα δοκιμασία..... Ο θάνατός μου δε θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη, που διεξάγεται... Έτσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά δεν πεθαίνει ποτέ»
Στήνονται μπροστά στην μάντρα Ψέλνουν όλοι μαζί τον Εθνικό Ύμνο και στη συνέχεια τραγουδούν το «έχε γεια καημένε κόσμε». Αρνούνται να τους δέσουν τα μάτια, θέλουν να βλέπουν κατάματα τον Χάρο. Ο ποιητής Κώστας Βίρβος φυλακισμένος κι εκείνος γράφει:
«…Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια τον ήλιο π’ ανατέλλει να θωρώ // κι αν κάνετε τα στήθια μου κομμάτια εσείς πεθαίνετε και όχι εγώ…»
Στο βιβλίο του «Στρατόπεδο Χαιδαρίου» ο Θέμος Κορνάρος γράφει: «…Πιάσανε όλοι το χορό. Στ’ ορισμένο λεπτό, η πρώτη εικοσάδα πέταξε τα καπέλα στον αέρα και φώναξε: «Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η Λευτεριά!» και προχώρησε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Οι άλλοι συνέχιζαν το χορό τραγουδώντας, ζητωκραυγάζοντας, ώσπου έφευγε και η δεύτερη εικοσάδα…»
Στην ταινία «Το Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη λίγες στιγμές πριν τα πολυβόλα αρχίσουν το ανατριχιαστικό τους έργο, λίγες στιγμές πριν οι σφαίρες θερίσουν τα νιάτα τους η κάμερα εστιάζει στα πρόσωπα τους. Ένας ένας ακούγονται: «ε ρε ματωμένη Καισαριανή», «απ’ το γιο μου κουφάλες θα το βρείτε», «για τη λευτεριά και τη λαϊκή επανάσταση», «δεν πάμε χαμένοι». Κάποιος βγάζει ένα χτένι από την τσέπη του και αφού χτενίσει τα μαλλιά του το πετάει στους ναζί με θράσος λέγοντας: «χτενίστε μου τ’ αρχίδια» και άλλος, λίγο πριν ακουστεί το πυρ: «κομμουνιστής ως τον θάνατο»!
Τα πολυβόλα έριχναν σταυρωτά και θέρισαν την νιότη της Ελλάδας. Το άλικο αίμα τους χύθηκε κοχλάζοντας στο χώμα της Καισαριανής και το αγίασε. Η Μέλπω Αξιώτη στο βιβλίο της «Πρωτομαγιές» γράφει: «.. οι εργάτες του δήμου κουβάλησαν χώμα από το διπλανό χωράφι με φτυάρια, πολύ χώμα, για να ρουφήξει και εκεί τα αίματα. Το τμήμα αυτό της ελληνικής γης από το πηχτό εκείνο υγρό, ήτανε τώρα πια καθώς λένε κορεσμένο».
Όλη την ώρα οι καμπάνες του συνοικισμού της Καισαριανής χτυπούσαν πένθιμα. Ο κόσμος με κλάματα, βρισιές και αναθεματισμούς, παρακολουθούσε βουβός από τις ταράτσες και τους γύρω λόφους την θηριωδία αλλά και την μεγαλειώδη θυσία. Η εκτέλεση γινόταν σε εικοσάδες. Τους εκτελεσμένους, «τα παλληκάρια που πεσαν μ’ ορθή την κεφαλή τους» τα σήκωναν οι συντρόφοι τους και τα έβαζαν στα καμιόνια για να μεταφέρθούν στο Τρίτο νεκροταφείο. Τους τελευταίους είκοσι τους μετέφεραν στα καμιόνια ταγματασφαλίτες που παρευρίσκονταν στην θηριωδία.
Το αίμα ήταν τόσο πολύ που έτρεχε στον δρόμο από τα καμιόνια, οι γυναίκες έτρεχαν και έραιναν το πέρασμα με λουλούδια. Όλη την νύχτα τα χωνιά καλούσαν τον κόσμο σε παλλαϊκό ξεσηκωμό. Την άλλη μέρα ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους, ο δρόμος του σκοπευτηρίου γέμισε συνθήματα: «Οδός Ηρώων» γράφουν, «χθες τον διάβηκαν διακόσια παλληκάρια»
Στις 10 Μαίου 1944, άλλοι 92 Έλληνες πατριώτες κομμουνιστές ήλθαν πάλι για εκτέλεση. Το αίμα όμως που είχε χυθεί την Πρωτομαγιά ήταν τόσο πολύ που το χώμα δεν το είχε απορροφήσει με αποτέλεσμα να γλιστράνε και να μην μπορεί να σταθεί κανείς όρθιος, ακόμα και οι Γερμανοί στα πολυβόλα γλιστρούσαν. Τότε ο επικεφαλής Γερμανός αποφάσισε η εκτέλεση να γίνει στην εξωτερική πλευρά της μάντρας. Ένας τοίχος ανάμεσα στις δυο εκτελέσεις.
Λέει ο Κώστας Βάρναλης στο ποίημα «Πρωτομαγια1944»:
«Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι – άνθρωπος να σαι!
Ο Γιώργος Μπέρτσος (Καλαμαριώτης) στο «Διακόσιοι στην Καισαριανή»:
«…Διακόσιοι στη Καισαριανή και μίκρυνε ο κόσμος
διακόσιοι στη Καισαριανή κι έμεινε ο κόσμος μόνος…»
Ο Νίκος Καββαδίας στο «Federico Garcia Lorca»:
Στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέραν από πίσω
κ’ ίσα έν’ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.»
Ο Γιάννης Ρίτσος στο «Σκοπευτήριο Καισαριανής»:
«Εδώ πέσαμε, Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί….Εμείς
μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνον
θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.»
ΟΙ φωτογραφίες έχουν ήδη πάρει τη θέση που τους πρέπει. Έχουν τοποθετηθεί με περισσή ευλάβεια στο ταπεινό εικονοστάσι της λαϊκής αγιοσύνης. Στο εικονοστάσι της μνήμης, στο προσκυνητάρι της τιμής και του χρέους.
Συγκλονισμένος από μια παρόμοια νύχτα όπου τα κελιά της φυλακής του άνοιγαν για να πάρουν άλλους συντρόφους για εκτέλεση, ο Φώτης Αγγουλές τους αποχαιρέτησε με το ποίημα «Ώρα Καλή»:
«Ώρα καλή συνταξιδιώτες ώρα σας καλή
πού φεύγετε απ' την άβυσσο και για τον ήλιο πάτε
Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό
ξυπόλητοι περάσαμε της δυστυχίας τον ποταμό
κι' ήταν το ρέμα δυνατό και θυμωμένη η λάμια
κι' είχε ριγμένα στο βυθό κοπανισμένα τζάμια
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κροταλεί
ν' ακούσω το τραγούδι σας καθώς περνάτε
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κροταλεί
απόψε πού σταυρώνεται σαν το Χριστό ή Ελλάδα»
Για κλείσιμο του ταπεινού αυτού μνημοσύνου επελέγη το συγκλονιστικό ποίημα «Στάμαν Καλομηνά» του Γεωργίου Κωνσταντινίδη, αφιερωμένο στους διακόσιους αλλά και στον θείο του Αλέκο Κωνσταντινίδη που εκτελέστηκε στην Καισαριανή την πρωτομαγιά του 1944. Επίσης συγκλονιστική είναι η, με συνοδεία ποντιακής λύρας, απαγγελία του ποιήματος από τον ηθοποιό Τάκη Βαμβακίδη.
(Κατά την διάρκεια της απαγγελίας υπάρχει απόδοση στα νεοελληνικά από τα ποντιακά).
Ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι γίνεται κατάχρηση του επιθέτου συγκλονιστικός. Κάποτε όμως οι λέξεις δεν είναι αρκετές για να αποδώσουν την αλήθεια. Είναι φτωχές για να αποτυπώσουν στο χαρτί το ειδικό συναισθηματικό φορτίο του σημαινόμενου, τη φλόγα που καίει για το μεγαλείο του ανθρώπου και πρέπει όσο γίνεται να αποδοθεί. Λέει ο Ρίτσος στο Καπνισμένο Τσουκάλι: «Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα να βρω μια λέξη να ταιριάζει στο μπόι της Λευτεριάς. Μήτε πιο ψηλή μήτε πιο κοντή το περίσσιο είναι ψεύτικο, το λιγοστό είναι ντροπαλό…»
Ενδεχομένως πάλι διατυπωθεί ένσταση για τις συχνές αναφορές στην Ποίηση. Ε, τι να γίνει. Η Λογοτεχνία και ειδικότερα η Ποίηση τα έχουν πει όλα!
Τέλος: Όσο γι’ αυτούς που τους κάνει καιρό και λυχνούν, αυτούς που έχουν βγει από τα λαγούμια τους που ήταν χωσμένοι τόσα χρόνια, αυτούς που στα μαύρα χρόνια της κατοχής φορούσαν κουκούλες, αυτούς που μόνο την νύχτα περπατούν και επιχείρησαν να βεβηλώσουν το μνημείο σπάζοντας τα μάρμαρα, γι΄αυτούς ο Ρίτσος γράφει:
«Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει Μήδε αλυσίδα στου Ρωμιού και στ’ αγεριού το πόδι…»
και ο Αλκαίος: «… δεν βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό // δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα…»
Δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα!