Από Konstantinos Mpourxas 5 ώρ.
Τώρα είναι τόσο κοντά η ζωή και ο Θάνατος .
Ξεστρατισμένοι απ’ το φυσιολογικό δρόμο της ζωής .
Κανένας μας δεν θυμάται τίποτα .
Ούτε αν είναι Μέγα Σάββατο η ξημερώνει Λαμπρή.
Ενα χάος στροβιλίζεται στο μυαλό μας .
Ωστόσο ο μέραρχος μας ο Διαμαντής δέν έχει ύπνο .
Πηγαινοέρχεται ανήσυχος καπνίζοντας αρειμανίως , δεν τον χωράει ο τόπος , δίνει
οδηγίες για το αυριανό Πασχαλινό δρομολόγιο .
¨¨ Ορθρου βαθέος ¨¨ θα περάσουμε τον Μόρνο , στην παρυφή του χωριού Συκιά κι
ύστερα θα ανεβούμε στην Μουσουνίτσα , στα Βαρδούσια , κι ύστερα …….Βλέπουμε .
Μοιάζουμε όλοι γερασμένα λιοντάρια που δεν μπορούν να κονομήσουν την τροφή
τους . Μας πήρε ο ύπνος .
Μοιάζουμε άδειες σαμπρέλες για πέταμα με την ψυχή
βαρειά απ’ τον κατατρεγμό και τ’αδιέξοδα .
Ξεκινήσαμε ……. ημέρα Πάσχα 24 Απρίλη του 1949 .
Κατηφοριαστό το ρέμμα απότομο , γλυστράει , δεν μπορούμε να στεριώσουμε , και μείς ο ένας κοντά τον άλλον μοιάζουμε φαντάσματα πατώντας στα νύχια μην
δημιουργήσουμε θόρυβο λές και δεν είμαστε ¨¨ εκ του κόσμου τούτου ¨¨ .
Ο στρατός λουφαγμένος στο Λευκαδίτι δεν θέλει να χαλάσει την πασχαλιάτικη ευφροσύνη του ..
Ισως να έμαθε ότι διαβαίνει ο Διαμαντής…κι ο φόβος φυλάει τα έρμα .
Περάσαμε τις παρυφές του χωριού και φτάσαμε στον Μόρνο
Το ποτάμι κατέβαινε ορμητικό σαν θυμωμένο στοιχειό . Αφριζε και βούϊζε .
Αρμαθιαστήκαμε ομάδα ομάδα και ριχνόμαστε στο παγωμένο νερό που μας χτύπαγε κατάστηθα .
Μαζί μας και ένας μεσόκοπος τσοπάνης ο Κουβέλης απ’ το Συγκρέλο , που είχε μαζί του και το μικρό του γυιό το Γιαννάκη 14 χρονών , ένα λιπόσαρκο , αδύνατο πλασματάκι που μας ακολουθούσε αδιαμαρτύρητα .
Πολλοί από εμάς πρότειναν να πάρουν το Γιαννάκη στον ώμο τους αλλά ο Κουβέλης ηταν ανένδοτος .
Εβαλε λοιπόν το Γιαννάκη στο δικό του σβέρκο καβάλα και μπήκε στο νερό .
Κάπου όμως παραπάτησε και ο μικρός Γιαννάκης έπεσε καταμεσίς στο αφρισμένο ποτάμι .
Το ορμητικό ρεύμα τον άρπαξε σαν να ηταν κουρέλι και με γρηγοράδα τον ανεβοκατέβαζε στον άγριο κυματισμό του ωσπου χάθηκε απ’ τα μάτια μας στο βάθος του ποταμιού .
Εμείς βγαίνοντας ένας ένας πότε πενήντα πότε εκατό μέτρα παρακάτω γιατί μας παράσερνε το ρεύμα του ποταμιού καθόμαστε λίγο να στραγγίσουμε και το κορμί μας και η ψυχή μας έβραζαν από οργή .
Το πνίξιμο του μικρού Γιαννάκη μας είχε συγκινήσει , κι ο δόλιος πατέρας δεν είχε το κουράγιο να εκδηλώσει τον πόνο του, ακολουθούσε αναμαλλιασμένος και
σκυφτός απ’ τις κακουχίες και με δάκρυα στα μάτια ολο μουρμούριζε .. ….
¨¨ ΩΧ παιδάκι μ ‘ ¨¨ και εμείς ολο ανεβαίναμε το χιονισμένο βουνό έχοντας για μουσική το βασανισμένο κλάμα του Κουβέλη ¨¨ΩΧ Παιδάκι μ’ ¨¨
Φτάσαμε στο ελατοδάσος μεταξύ Κονιάκου και Μουσουνίτσας και σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσσα και να συγκεντρωθούμε .
Τότε ήταν που ήρθε και σε μας το μήνυμα της Ανάστασης .
Είδαμε το μικρό Γιαννάκη ζωντανό κι όρθιο ανάμεσά μας αχνό και γελαστό και να πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα του .
Κοιτάζουμε όλοι αποσβολωμένοι ………Κοιτάζουμε !!!!
Αναζητούμε τα ¨¨εντάφια σπάργανᨨ, τους ¨¨ τύπους των ήλων ¨¨ , Τίποτα !!!
Ο πατέρας κλαίει από χαρά χαϊδεύοντας το κεφάλι του γυιού του .
Εμείς μείναμε κοκκαλωμένοι ……σύξυλοι ….στον τόπο .
Σε κανένα θέατρο του κόσμου δεν ξαναπαίχτηκε τόσο τραγική θέαση , όπως σε αυτό το σκηνικό σήμερα .
Να που και εμείς οι καταραμένοι , οι κολασμένοι , οι αποκηρυγμένοι , οι απόβλητοι , είχαμε την δική μας ΑΝΑΣΤΑΣΗ !!!!!!
Ο δικός μας Χριστός ‘ηταν μικρούλης χλομός- χλομός βρεγμένος , και πεινασμένος .
Μας κοίταζε ολους χωρίς υποσχέσεις .
Τον πλησιάζουμε όλοι και τον χαϊδεύουμε ,κάτω απ’ τα κουρέλια χτυπάει η παιδική του καρδούλα , φωλιάζει μια ψυχή που γύρισε απ’ το θάνατο .
Ψάχνουμε τις τσέπες μας , τα σακίδιά μας μην υπάρχει τίποτα να φυλέψουμε το Γιαννάκη . Τίποτα , Τίποτα , Τίποτα !!!
Οι σύντροφοι που τον έφεραν μας διηγήθηκαν την Ιστορία
Μια διμοιρία με τον Κώστα τον Πεντεδέκα απ’ το Δαδί βάδιζε σαν πλαγιοφυλακή δίπλα στο ποτάμι καμμιά πεντακοσαριά μέτρα παρακάτω .
Είχε ξημερώσει και πρόσεξαν οι αντάρτες ένα κουρέλι στην όχθη .
Πλησίασαν και είδαν το ανταρτόπουλο ακίνητο , κίτρινο , νεκρό .
Γρήγορα ο Πεντεδέκας το άρπαξε , το σήκωσε με το κεφάλι κάτω και άδειασε το νερό που είχε πιεί .( Ο Κώστας ηταν τελειόφοιτος της Γυμναστικής Ακαδημίας και
κάτεχε από τέτοια )
Το έτριψε , του έκανε μαλάξεις αναπνευστικές και το παιδί άρχισε να ζωντανεύει , σήκωσε το καλαμένιο κορμάκι του και περπάτησε ακολουθώντας τους αντάρτες στην ανηφορική πορεία προς τα Βαρδούσια αυτός
<< Ο αναστηθείς εκ νεκρών >>
Και όλοι ρωτούσαμε πώς πέρασε στο Αδη .
Ο Κουβέλης έβγαλε λίγο αλεύρι που φύλαγε στο σακίδιό του , το έβαλε σε ‘ένα άδειο κονσερβοκούτι έριξε και λίγο χιόνι για νερό και το έδωσε στον Γιαννάκη για να ψυχοπιάσει .
Παρακολουθούσαμε αμίλητοι ολοι το φοβερό θέαμα .
Θέλαμε να κλάψουμε μα δεν μπορούσαμε τα δάκρυα είχαν στεγνώσει στις καρδιές μας και είχαμε χάσει ολοι την
δύναμή μας .
Δεν μπορούσα να βρίσω , να ψιθυρίσω έστω ένα στιχάκι .!!!!
Ενοιωθα τα σαγόνια μου να τρέμουν απ’ την οργή και το παράπονο .
Αφτού είχαμε φτάσει .Η κούραση και η νύστα μας είχαν διαλύσει .
Φτάσαμε επιτέλους στο Γιδοβούνι , κοντά μεσάνυχτα .
Σκάβουμε στο χιόνι , που είναι παγωμένο σαν πέτρα να βρούμε μαύρη γής .
Κόψαμε κλωνάρια απ’ τά έλατα για να φτιάξουμε στρώμα μην μας γκιάξει το κρύο .
¨
Ενα παρόμοιο μικρό γιατάκι έτοίμασε και ο Κουβέλης και ξάπλωσε μαζί με τον νεκραναστημένο Γιαννάκη ,τον δικό μας Χριστό που αναστήθηκε στο Μόρνο το σωτήριο έτος 1949 24 του Απρίλη…



