Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απ' την Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απ' την Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ο Μίκης για το έργο Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου

 


Απόσπασμα κειμένου του Μίκη Θεοδωράκη για το έργο Ρωμιοσύνη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ το 1995.
Ρωμιοσύνη 1966
Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Σύνθεση: 1966, Αθήνα
Ηχογραφήσεις:
1966, Γρηγόρης Μπιθικωτσης, Studio Columbia, ηχολήπτης ο Νίκος Κανελοπουλος.
1977, Χορωδία Τρικάλων υπό την διεύθυνση της Τ.Παπαστεφανου, Olymbia
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ)
… Μετά μπήκαμε ορμητικά στη θύελλα… Χρόνια αντίστασης. Παρανομία, συλλήψεις, μάχες, συλλαλητήρια
Ο Γιάννης Ρίτσος, τυλιγμένος και αυτός στους ίδιους ανέμους, να ταξιδεύει τις ίδιες τρικυμίες… Τον πρωτοείδα στη Λέσχη της ΕΠΟΝ. Ακαδημίας και Κριεζώτου, την Άνοιξη του 1945. είχα αναλάβει να ανακαλύψω και να συγκεντρώσω του άξιους νέους ποιητές και συγγραφείς, τον Κώστα Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Μιχάλη Κατσαρό και τόσους άλλους, που το όνομά τους θα το γνώριζε κάποτε όλη η Ελλάδα.

Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος, ο Ρώτας ήταν αυτοί, που ακούγοντας τα κείμενά τους και συζητώντας μαζί τους μια φορά την εβδομάδα, θα βοηθούσαν ώστε να γεννηθεί μια νέα γενιά ποιητών και συγγραφέων, η γενιά της Αντίστασης. Αυτή που δεν θα έβλεπε τα τραγικά δρώμενα απ΄έξω, σαν θεατής, αλλά από μέσα, σαν συμπάσχον, οργανικό τμήμα του μαρτυρικού μας λαού στο δρόμο προς το Γολγοθά, όπως τον είχε καταδικάσει η σκληρή του μοίρα.

Ήταν η Σχολή του Γιάννη Ρίτσου… Όπως την δίδαξε με το έργο του και με το παράδειγμά του. Αυτή ακριβώς, που με το θρίαμβο της αντεπανάστασης απ΄τη Χούντα έως σήμερα, προσπαθούν να φιμώσουν και να κατεδαφίσουν με κάθε μέσον, με κύριο όπλο την συνομωσία της σιωπής, διάφορα κέντρα και όργανα θλιβερά των νέων εξουσιαστών, που χτίζουν τη δύναμή τους επάνω στην ανοιχτή πληγή, επάνω στα ερείπια των Μύθων, που πέτυχαν να γίνουν έστω και για μια στιγμή φωτεινή πραγματικότητα.

Σκέπτομαι τώρα πως το πρώτο κοινό χαρακτηριστικό μας με τον Γιάννη Ρίτσο είναι αυτή ακριβώς η <<φωτεινή πραγματικό-τητα>>, που βιώσαμε με όλους τους πόρους της ψυχής και του κορμιού μας, γνωρίζοντας και πλάθοντας συγχρόνως τους Νέους Ελληνικούς Μύθους.

Ένα δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό υπήρξε η εργατικότητα. Πόσες φορές ο ποιητής, σα να ΄θελε να <<απολογηθεί>> για την παραγωγικότητά του, μου ΄λεγε για την απίστευτη εργατικότητα του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου, που άφησαν πίσω τους κολοσσιαία εργασία, όχι μόνο σε ποιότητα αλλά και σε ποσότητα (άλλο αν χάθηκαν τα πιο πολλά)…

Κι εγώ επικροτούσα επαυξάνοντας με τα παραδείγματα των Μπαχ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Μπετόβεν, Βάγκνερ και Βέρντι, που για την αντιγραφή και μόνο των έργων τους χρειάζονται δεκάδες χρόνια συνεχούς εργασίας…

Όταν βρισκόμασταν στην Αθήνα, επικοινωνούσαμε τηλεφωνικώς την ώρα του διαλείμματος, γύρω στις δώδεκα με μία το μεσημέρι.

Εκείνος ξεκινούσε την εργασία του κάθε πρωί, ό,τι και να συνέβαινε. Το ίδιο κι εγώ. Η διαφορά μας ήταν η ώρα που ξεκινούσαμε. Πολλές φορές τον ξεπερνούσα, όταν η έμπνευση με ξυπνούσε απ΄τις έξι και μερικές φορές στις πέντε το πρωί, όταν έξω ήταν ακόμα σκοτάδι. Τότε, το μεσημέρι, του διηγόμουν, πόσο συνταρακτική ήταν η αίσθηση, καθώς έβλεπα την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα να αναδύεται μέσα απ΄τη νύχτα, λες κι εκείνη τη στιγμή να έβλεπαν το φως για πρώτη φορά.

Η ελληνολατρεία στον Ρίτσο δεν ήταν εγκεφαλική αλλά βιωματική. Με το ταλέντο και τη συνεχή άσκηση είχε πετύχει να ενώσει μέσα του τους μύθους και τα τραγικά πρόσωπα του χθες με του σήμερα.

Άλλωστε η σχέση του με το κύριο υλικό της εργασίας του, τη γλώσσα, δείχνει ότι τον σαγήνευε και τον χάλκευε η βεβαιότητα ότι σμιλεύει την ίδια γλώσσα, την ελληνική από τον Όμηρο έως σήμερα. Πως όμως μπορούσε να γίνει άξιός της; Δίνοντάς της αντάξιο περιεχόμενο, που μόνο ένας ποιητής, φωνή του λαού και του καιρού του, μπορούσε να της προσφέρει.

Έτσι εξηγείται ο βαθύς και επώδυνος δεσμός του με το Λαό και τον Καιρό. Η συνέπειά του, η πίστη του και η απόφασή του να ζήσει – ακόμα και με κίνδυνο να καταστραφεί- όλα τα πάθη του Λαού, καθώς σφάδαζε μέσα στη δίνη των καιρών.

Ήθελε να γίνει αντάξιός τους, όχι απλώς με ένα ΜΕΡΟΣ, αλλά με το ΟΛΟΝ του εαυτού του. Έπρεπε να εισέλθει στην κάμινο της Δοκιμασίας ολόκληρος, όχι μόνο με το πνεύμα αλλά και με το σώμα, όχι μόνο με την φαντασία αλλά με την ευαισθησία και τον πόνο ακόμα και της τελευταίας φλέβας, ακόμα και του τελευταίου αιμάτινου αγγείου του σώματός του. Και γι΄αυτό ο Ρίτσος έγινε ΕΡΓΟ και ΣΥΜΒΟΛΟ άξιο να σταθεί πλάι στον Ανώνυμο Μάρτυρα, την ψυχή της Ελλάδας, αυτόν που τον οδήγησε στη θυσία η πεμπτουσία της συλλογικής μας συνείδησης, τα άγια των αγίων της Ρωμιοσύνης.

Στα δύο κορυφαία μου έργα στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ και τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε –όπως ακριβώς περιέγραψα και πριν- σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτιση μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα σύνορα της ποίησης και απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ΄όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη, ώσπου να πάρουν μια Τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ μου την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πρίν. Είχαν περάσει πρώτα από τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από τη ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ γα να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν. Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθειά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο <<Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό…>>, κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα, και συνέθεσα μονορούφι τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικό, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει : << Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας>>. Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή του και ο Ρίτσος, που από την εποχή του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή.

Το καλοκαίρι του ΄66 αποφασίσαμε να κάνουμε το μεγάλο άλμα : Συναυλία σε γήπεδο, μιας και δεν μας χωρούσαν πια οι μικρές αίθουσες. Διαλέξαμε την ΑΕΚ στη Ν. Φιλαδέλφεια. ήταν η πρώτη Λαϊκή Συναυλία σε ανοιχτό χώρο. Περάσαμε με το αυτοκίνητο και πήραμε απ΄το σπίτι τους τον Γιάννη και τη Φιλίτσα. Μπροστά στο γήπεδο, καθισμένοι στα καφενεία οι ηλικιωμένοι άντρες και γυναίκες, όλοι τους αντιστασιακοί, περίμεναν να μπουν πρώτοι.

Τι δεν έκανε η αντίδραση τότε, για να εμποδίσει το Λαό να ρθει να μας ακούσει! Εκατοντάδες με στολές γύρω γύρω, σαν μπαμπούλες, για να φοβίζουν. Άλλες εκατοντάδες χαφιέδες, για να αναγνωρίζουν και να τρομοκρατούν. Ως και το ηλεκτρικό ρεύμα σταμάτησαν, με αποτέλεσμα να μείνουν στο τούνελ οι συρμοί του ηλεκτρικού.

Εμείς με τον Ρίτσο βγαίναμε απ΄τα αποδυτήρια στο γήπεδο, που ήταν ακόμα άδειο. Κοιτάζαμε τον ουρανό και σαν μέλη κάποιου φανταστικού αρχαίου χορού φωνάζαμε μισοαστεία-μισοσοβαρά:

- Έλα Λαέ! Νίκησε Λαέ! Λαέ, δείξε τη δύναμή σου!

Και από μέσα οι γυναίκες μας να μας μαλώνουν, μήπως και μας ακούσει κανείς και μας περάσει για τρελούς… φαίνεται όμως πως οι προσευχές μας εισακούσθηκαν, γιατί αιφνιδίως το στάδιο γέμισε. Λες και ήταν συνεννοημένοι, όρμησαν όλοι μαζί, γυναίκες, άντρες, παιδιά. Ξεχύθηκαν απ΄τα σοκάκια και τα στενα…

Παραμέρισαν τη φανερή και τη μυστική τρομοκρατία και έγιναν στην αρχή ένα χαρούμενο, πολύβουο πλήθος, που μας γέμισε αγαλλίαση και αμέσως μετά ένα σιωπηλό, παλλόμενο εσωτερικά εκκλησίασμα.

Διηύθυνα πρώτα το Μαουτχάουζεν με τη Μαρία Φαραντούρη και μετά τη Ρωμιοσύνη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Ο Γιάννης Ρίτσος, καθισμένος ακριβώς πίσω μου, ρουφούσε τη συγκλονιστική στιγμή με όλους τους πόρους της ψυχής του.

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι. Ήταν προπαντός αυτή η μυστική μέθεξη όλων αυτών των χιλιάδων, που μέσα απ΄τη Ρωμιοσύνη ξαναζούσαν μέσα τους και ξαναδημιουργού-σαν ιδεατά το μέγα όνειρο που είχαν όλοι μαζί ζήσει, αφού οι ίδιοι το είχαν πρώτα δημιουργήσει…

Σταματώ ως εδώ την αφήγηση… 
Ίσως να θέλω στο βάθος να μείνουμε σ΄αυτή τη θεία και μοναδική στιγμή, που Ποίηση και Μουσική συλλειτουργούσαν με το Λαό, ενώ γύρω τους, γύρω απ΄το περικυκλωμένο γήπεδο, στριφογύριζαν απειλητικά οι σκιές των τσακαλιών, που ένα χρόνο αργότερα θα υποχρέωναν την πατρίδα μας να μπει σ΄αυτό το Μεγάλο Ταξίδι μέσα στη Νύχτα, που δεν έχει ακόμα τελειωμό…

Πηγή κειμένου: www.mikistheodorakis.gr


Εδώ μπορείτε να ακούσετε τα τραγούδια του έργου ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ:



Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε...

 

Σήμερα σιγοπαίζει κάπου στην άκρη του μυαλού μου το "Εμβατήριο της Σιωπής" του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ένα τραγούδι που γράφτηκε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.
Φυσικά πρόκειται για ένα τραγούδι βυθισμένο στην αριστερή μελαγχολία και την πολιτική υποχώρηση, χαρακτηριστικά μιας αριστεράς που είχε αρχίσει να τα ενστερνίζεται ήδη από τη δεκαετία του 1980 και τις εμφανείς αποτυχημένες προσπάθειες του Γκορμπατζόφ για την περιβόητη "ανασυγκρότηση" αλλά και το πολιτικό αδιέξοδο των άλλων δρόμων, των "δεύτερων" και "τρίτων" δρόμων προς το σοσιαλισμό.
Σε κάθε περίπτωση, η δική μου γενιά αναγκάστηκε να ζήσει χωρίς εκείνη τη "Γη της Επαγγελίας", χωρίς τη σοσιαλιστική πατρίδα που αποτελούσε τον κυματοθραύστη του καπιταλιστικού ρεαλισμού όχι μόνο στην πολιτική αλλά σε κάθε διάσταση του κοινωνικού. Από ένα σημείο και μετά, μάθαμε στην ωμότητα της δεοντολογίας πως "όλα πωλούνται και όλα αγοράζονται", καθώς όλα έχουν μια τιμή και ιδίως η ίδια η ανθρωπότητα. Και παρά τα δεκάδες στραβά της, καμία ΕΣΣΔ δεν θα ερχόταν πια να μας σώσει από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Η ιστορία είχε τελειώσει και ξεκινούσε χωρίς κανένα εμπόδιο, πια, το νεοφιλελεύθερο πάρτι.
Είδαμε τους μετανάστες της ΕΣΣΔ να φτάνουν στα πέρατα του κόσμου μέσα σε κρύα ψυγεία φορτηγών, παλιές δασκάλες και καθηγήτριες να γίνονται στην καλύτερη καθαρίστριες και σερβιτόρες στη χειρότερη θύματα trafficking, όσες επέζησαν από τα χέρια των διακινητών τους. Είδαμε παλιούς απόφοιτους του Πολυτεχνείου της Μόσχας να γίνονται εργάτες γης, μπετατζήδες, οδοκαθαριστές για λίγες δραχμές και μερικά μεταχειρισμένα ρούχα. Και μια στις τόσες, σε κάποιο διάλειμμα από την εργασία τους, να ψελλίζουν σε κάποιο ευήκοο αυτί κάποιον στίχο του Πούσκιν ή του Μαγιακόφσκι.
Είδαμε τα παράσημα και τις στολές εκείνων που κάποτε ισοπέδωσαν το Τρίτο Ράιχ και τον φασισμό, να πουλιούνται στις μαύρες αγορές του κόσμου για λίγα ρούβλια, η ιστορία του μεγαλύτερου αγώνα της ανθρωπότητας να δίνεται όσο-όσο για ένα καρβέλι ψωμί και λίγα μακαρόνια.
Αλλά κάποτε, σε εκείνο το βαθύ "κάποτε" του χρόνου, υπήρξαν και εκείνοι που αναφέρει ο Κηλαηδόνης στο σιωπηλό "Εμβατήριο" του, όχι ως ήρωες αλλά ως τα δρώντα υποκείμενα που τόλμησαν να ονειρευτούν έναν άλλον κόσμο, έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν εκμεταλλεύεται τον άλλον άνθρωπο, όπου η χειραφέτηση αποτελούσε ένα ανοιχτό πεδίο ακαθόριστων και διαρκών επιλογών και δεν χωρούσε μέσα σε ορολογίες και σε καπιταλιστικές βολικές ταμπέλες, όπου εκείνο το κόκκινο τρένο χάραζε καινούριες πορείες, καινούριες αξίες και καινούριους στοχασμούς στο μπόι των ανθρώπων.
Έναν κόσμο όπου πολύ απλά, η εργατική τάξη μπορούσε να ζήσει και να πεθάνει αξιοπρεπώς, μνημονεύοντας ενίοτε τους στίχους του Πούσκιν ή του Μαγιακόφσκι που τους έμαθε σε μια δημόσια παιδεία που ήταν για όλους. Μια εργατική τάξη που δεν θα ήταν πια το προλεταριάτο της διαρκούς εκμετάλλευσης και υφαρπαγής της υπεραξίας του, αλλά ο κεντρικός μοχλός που κινεί την ιστορία της ανθρωπότητας για την ίδια την ανθρωπότητα, όπως πάντα ήταν έτσι και αλλιώς.
Εκατομμύρια άνθρωποι έκλαψαν πικρά εκείνη την ημέρα του 1991, ακόμα και ορισμένοι που είχαν διαχωρίσει δεκαετίες νωρίτερα τις πολιτικές τους γραμμές από το ΚΚΣΕ. Εκατομμύρια καρδιές βούλιαξαν στην αριστερή μελαγχολία εκείνη τη βραδιά, μια κατάρα που δεν λέει να φύγει από πάνω μας τριανταπέντε χρόνια.
Ήταν το τέλος μια μεγάλης εποχής, μιας γενναίας εποχής όπου το κόκκινο τρένο έκανε μια αόριστη παύση στην πορεία του μέχρι να ξαναμπεί με φόρα στις καρδιές και στις συνειδήσεις των ανθρώπων που θα θελήσουν να σπάσουν μόνοι τους τις αλυσίδες που τους βαραίνουν.
Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε και εμείς, με το όνειρο μας φορτωμένο, που στις καρδιές βάζει φωτιά.
Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε και εμείς, γιατί είναι από τη λευτεριά σταλμένο για το ταξίδι της ζωής.
Αυτό το κόκκινο το τρένο είναι για εμάς τίτλος τιμής.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Jonas Salk ο Πρωτοπόρος ενάντια στην Πολιομυελίτιδα

 


Από Ariadni Antonaki 14 ώρ.

Το καλοκαίρι του 1952, Αμερικανοί γονείς ζούσαν σε έναν τρόμο που είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστείς σήμερα.
Οι παιδότοποι έμειναν άδειοι. Οι πισίνες στραγγίχτηκαν και έκλεισαν λουκέτο. Οι κινηματογραφικοί κινηματογράφοι χάθηκαν. Οι καλοκαιρινές κατασκηνώσεις ακυρώθηκαν. Τα παιδιά είπαν να μείνουν μέσα, να μείνουν μακριά από τα πλήθη, να μείνουν μακριά το ένα από το άλλο.
Ο λόγος ήταν αόρατος και ανελέητος: πολιομυελίτιδα.
Εκείνο το καλοκαίρι, 58.000 Αμερικανοί κόλλησαν την ασθένεια. Ξεκίνησε με πυρετό. Πονοκέφαλος. Μετά, για χιλιάδες, ήρθε η παράλυση. Κάποιοι έχασαν τη χρήση των ποδιών τους. Άλλοι ήταν παγιδευμένοι σε σιδερένιους πνεύμονες, μεταλλικούς κυλίνδρους που ανέπνεαν γι' αυτούς επειδή οι δικοί τους μύες του στήθους είχαν σταματήσει Πολλοί δεν βγήκαν ποτέ έξω.
Κανείς δεν ήξερε ακριβώς πώς εξαπλώθηκε η πολιομυελίτιδα. Οι γονείς μπορούσαν μόνο να παρακολουθούν και να περιμένουν και να προσεύχονται τα παιδιά τους να μην είναι τα επόμενα.
Σε ένα εργαστήριο στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ, ένας 38χρονος επιστήμονας ονόματι Jonas Salk αγωνιζόταν ενάντια σε αυτόν τον αόρατο εχθρό.
Ο Σαλκ ήταν γιος Εβραίων μεταναστών που διέφυγαν από τις διώξεις στην Ανατολική Ευρώπη και έφτασαν στην Αμερική χωρίς τίποτα. Μεγάλωσε σε ένα στενό διαμέρισμα στο Μπρονξ όπου τα βιβλία ήταν πολύτιμα αλλά τα χρήματα ήταν σπάνια. Οι γονείς του είχαν μικρή επίσημη εκπαίδευση οι ίδιοι, αλλά πίστευαν απόλυτα στη δύναμη της μάθησης.
Ο Σολκ έγινε ο πρώτος στην οικογένειά του που πήγε στο κολέγιο. Μετά ιατρική σχολή. Όταν αποφοίτησε, η οικογένειά του περίμενε να γίνει γιατρός και τελικά να κερδίσει καλά χρήματα.
Αντί αυτού, επέλεξε την έρευνα.
Όταν η μητέρα του ρώτησε γιατί, η απάντησή του αποκάλυψε τα πάντα για τον άνθρωπο που θα γινόταν: «Δεν μπορούσα να βοηθήσω μόνο έναν ασθενή τη φορά. Ήθελα να βοηθήσω τους πάντες. "
Μέχρι το 1952, ο Salk είχε ξοδέψει χρόνια αναπτύσσοντας κάτι που το επιστημονικό κατεστημένο έλεγε ότι ήταν αδύνατο: ένα εμβόλιο πολιομυελίτιδας φτιαγμένο Οι περισσότεροι ειδικοί πίστευαν ότι μόνο ένας ζωντανός, εξασθενημένος ιός θα μπορούσε να δημιουργήσει ανοσία. Ο Albert Sabin, ο κορυφαίος ερευνητής πολιομυελίτιδας, απέρριψε δημοσίως την προσέγγιση του Salk ως επικίνδυνη και αφελή.
Αλλά ο Salk είχε παρατηρήσει κάτι που οι άλλοι παρέβλεψαν. Τα παιδιά που επέζησαν από την πολιομυελίτιδα δεν την πήραν ποτέ ξανά. Το ανοσοποιητικό τους σύστημα είχε μάθει να αναγνωρίζει τον ιό. Αν μπορούσε να διδάξει το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίζει έναν νεκρό ιό, θα έπρεπε να προστατεύει από τη ζωντανή έκδοση.
Η θεωρία ήταν κομψή.
Η δοκιμή ήταν τρομακτική.
Την άνοιξη του 1953, ο Salk επέστρεψε σπίτι από το εργαστήριό του κουβαλώντας σύριγγες και φιαλίδια με το πειραματικό εμβόλιο του. Η σύζυγός του, Ντόνα, παρακολουθούσε καθώς έβραζε τις βελόνες στη σόμπα της κουζίνας τους για να τις αποστειρώσει.
Μετά έκανε ένεση στον εαυτό του.
Μετά η Ντόνα.
Τότε οι τρεις γιοι τους: ο Πέτρος, 9 ετών, ο Ντάρελ, 6 ετών και ο Τζόναθαν, 3 ετών.
Χρόνια αργότερα, ο Peter θυμήθηκε να στέκεται σε εκείνη την κουζίνα, φοβισμένος τη βελόνα. Είχε κρυφτεί πίσω από ένα καλάθι αχρήστων για να αποφύγει τις βολές στο παρελθόν. Δεν είχε ιδέα ότι ήταν μέρος του ιατρικού ιστορικού. Απλά ήξερε ότι μισούσε τις βελόνες.
Αυτό που ρίσκαρε ο Jonas Salk ήταν σχεδόν αδιανόητο. Εάν το εμβόλιο ήταν μολυσμένο, εάν παρέμενε ζωντανός ιός, εάν είχε κάνει κάποιο λάθος στη διαδικασία δολοφονίας, θα μπορούσε να παραλύσει ή να σκοτώσει τα ίδια του τα παιδιά.
Για εβδομάδες, τους παρακολουθούσε με εμμονή. Κάθε βήχας έκανε την καρδιά του να χτυπάει γρήγορα. Κάθε πυρετός τον έκανε να πανικοβληθεί. Εξέτασε το αίμα τους επανειλημμένα, ψάχνοντας για αντισώματα ενώ προσευχόταν να μην δει σημάδια ασθένειας.
Έμειναν υγιείς. Το εμβόλιο δούλεψε.
Αλλά τρία παιδιά δεν ήταν απόδειξη. Χρειαζόταν χιλιάδες.
Στις 26 Απριλίου 1954, στο Δημοτικό Σχολείο Franklin Sherman στη Βιρτζίνια, ένα εξάχρονο αγόρι ονόματι Randy Kerr σήκωσε το μανίκι του και έγινε το πρώτο από σχεδόν δύο εκατομμύρια παιδιά που συμμετείχαν στο μεγαλύτερο ιατρικό πείραμα στην ιστορία. Αυτοαποκαλούνται «Πρωτοπόροι Πολιομυελίτιδας» και φόρεσαν περήφανα τα κουμπιά τους.
Οι γονείς τους υπέγραψαν φόρμες συναίνεσης με τρεμάμενα χέρια, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν εγγυήσεις.
Για ένα χρόνο, το έθνος κράτησε την ανάσα του.
Στη συνέχεια, στις 12 Απριλίου 1955, ακριβώς δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του προέδρου Φράνκλιν Ρούσβελτ στο Warm Springs, ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα.
Το εμβόλιο ήταν ασφαλές. Το εμβόλιο δούλεψε.
Καμπάνες εκκλησίας χτύπησαν σε όλη την Αμερική. Τα μαγαζιά έκλεισαν για να γιορτάσουν οι εργαζόμενοι. Ξένοι έκλαιγαν στους δρόμους. Γονείς έσπευσαν στο σπίτι για να κρατήσουν τα παιδιά τους, γνωρίζοντας ότι δεν θα χρειαστεί να φοβηθούν ποτέ ξανά την πολ
Όταν οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον Salk σε ποιον ανήκει η πατέντα, η απάντησή του έγινε θρυλική:
"Λοιπόν, οι άνθρωποι, θα έλεγα. Δεν υπάρχει πατέντα. Μπορείς να πατεντάρεις τον ήλιο; "
Το έδωσε μακριά. Ελεύθερος. Στον κόσμο.
Οι οικονομολόγοι αργότερα εκτίμησαν ότι εάν το εμβόλιο είχε κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, θα μπορούσε να αξίζει 7 δισε Ο Salk θα μπορούσε να γίνει ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στην ιστορία.
Αντί αυτού επέλεξε να γίνει κάτι πολύ πιο σπάνιο: πραγματικά απαραίτητο.
Η σύγκρουση ήταν συγκλονιστική. Μέχρι το 1957, οι περιπτώσεις πολιομυελίτιδας στην Αμερική μειώθηκαν κατά 90% Μέχρι το 1979, η πολιομυελίτιδα είχε εξαλειφθεί εντελώς από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, ο άγριος ιός πολιομυελίτιδας υπάρχει μόνο σε δύο χώρες στη Γη.
Εκατομμύρια άνθρωποι που θα είχαν παραλύσει μπορούν να περπατήσουν. Περισσότερες από ένα εκατομμύριο ζωές έχουν σωθεί. Ολόκληρες γενιές έχουν μεγαλώσει χωρίς να ξέρουν ποτέ τι είναι ο σιδερένιος πνεύμονας, ποτέ δεν καταλαβαίνουν γιατί οι παππούδες τους εξακολουθούν να δειλιάζουν με τη φράση "καλοκαιρινός πυρε "
Ο Jonas Salk δεν κέρδισε ποτέ το Νόμπελ. Η ακαδημαϊκή πολιτική και η επαγγελματική ζήλια φρόντισαν γι' αυτό.
Αλλά κέρδισε κάτι μεγαλύτερο.
Όταν κάποιος ρώτησε κάποτε τι θέλει να γραφτεί στην ταφόπλακά του, ο Σαλκ απάντησε: «Θα προτιμούσα να είναι στην παιδική χαρά, εκεί που είναι τα παιδιά. Εδώ έπαιζαν παιδιά που δεν έπαθαν πολιομυελίτιδα. Αρκετά. "
Σήμερα, κάπου σε ένα μουσείο, βρίσκεται ένας από τους τελευταίους σιδερένιους πνεύμονες στην Αμερική. Είναι σιωπηλό τώρα, ένα μνημείο τρόμου που οι γονείς δεν χρειάζεται πλέον να καταλάβουν, μιας ασθένειας που κάποτε παρέλυσε 58.000 παιδιά σε ένα μόνο καλοκαίρι.
Κάθεται σιωπηλό γιατί ένας άνθρωπος σε ένα μικρό εργαστήριο αποφάσισε ότι η σωτηρία ζωών μετράει περισσότερο από τη φήμη, περισσότερο από την τύχη, περισσότερο από όλα.
Την επόμενη φορά που κάποιος θα σας πει ότι ένα άτομο δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, πείτε του για το καλοκαίρι του 1952.
Πείτε τους για έναν πατέρα που δοκίμασε ένα πειραματικό εμβόλιο στους ίδιους του τους γιους.
Πείτε τους για έναν επιστήμονα που αρνήθηκε να πατεντάρει τον ήλιο.
Και πες τους για τα εκατομμύρια των παιδιών που τρέχουν και παίζουν σήμερα επειδή ο Jonas Salk πίστευε ότι κάποια πράγματα είναι πολύ σημαντικά για να τα αποκτήσεις.
Οι πνεύμονες σιδήρου είναι ήσυχοι τώρα.
Οι παιδικές χαρές είναι γεμάτες.
Τα παιδιά τρέχουν ελεύθερα.
~Καθηγητής Calcue