Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απ' την Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απ' την Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Αδούλωτοι Τραγουδιστάδες της Άνοιξης - Σαλπιστές της Ξαστεριάς.

 

«Στάμαν Καλομηνά»*
( * 1η Μαΐου, στην ποντιακή διάλεκτο )
Σ’ αυτούς τους δίσεχτους χρόνους, σ’ αυτούς τους χαλεπούς, τους κίβδηλους, τους κάλπικους καιρούς, που οι παραχαράκτες και λαθροχείρες έχουν πάρει εργολαβία την παραχάραξη της Ιστορίας, έτσι ώστε να ξαναγραφεί με τρόπο που να τους βολεύει, οχτώ φωτογραφίες ήρθαν να ρίξουν λάδι στο καντήλι της θύμησης, έτσι ώστε να φουντώσει η φλόγα που καίει άσβεστη όλα αυτά τα χρόνια, να πυρπολήσουν την καρδιά και να μας θυμίσουν το Χρέος. Σ’ αυτούς τους καιρούς όπου το διαρκώς ευρισκόμενο σε οργασμό τέρας του φασισμού αναπαράγεται διαρκώς, ήρθαν να ρίξουν φως στο σκοτάδι που προσπαθούν να απλώσουν οι δυνατοί αυτού του κόσμου πάνω στην μια και μοναδική Αλήθεια. Βράδυ Σαββάτου 14 Φεβρουαρίου 2026 ήρθαν να μας πυρπολήσουν την καρδιά, να μας συγκλονίσουν σύγκορμα.
Διακόσια παλληκάρια, διακόσιοι Έλληνες κομμουνιστές προχωράνε στο διάσελο της Ιστορίας, βαδίζουν πάνω στην ρωγμή του χρόνου. Είναι όλοι τους κρατούμενοι στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Από τους διακόσιους οι εκατό σαράντα επτά είναι Ακροναυπλιώτες. Κατ΄ άλλους ήταν εκατό πενήντα επτά, ενώ σύμφωνα με τον Βασίλη Μπαρζιώτα στο βιβλίο του «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία» ήταν εκατόν είκοσι. Βέβαια, μέχρι σήμερα τα επίσημα αρχεία του κράτους παραμένουν κλειστά και δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο αριθμός. Πάντως, οι περισσότεροι προέρχονταν από το φρούριο της Ακροναυπλίας, όπου τους φυλάκισε το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Μεταξά, κάποιοι απ΄ αυτούς από το 1936. Στην συνέχεια οι ντόπιοι φασίστες τους παρέδωσαν στους ναζιστές κατακτητές. Οι υπόλοιποι είχαν συλληφθεί στην διάρκεια την κατοχής για την δράση τους.
Προχωράνε καμαρωτά. Είναι αποφασισμένοι, ευθυτενείς, αγέρωχοι, αλύγιστοι με μια σπιρτάδα στο βλέμμα, λες είναι μέρα γιορτινή και πάνε σε χοροστάσι, όμως πάνε στου χάρου το αντάμωμα. Στο ποίημα «Πρωτομαγιά 1944» λέει ο Κ. Βάρναλης:
«…Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι…»
Στους ώμους τους σηκώνουν το βαρύ φορτίο του χρέους, της τιμής. Όταν μπήκαν στις μυλόπετρες του αγώνα, είχαν αποφασίσει να παλέψουν, να δώσουν όλο τους το είναι με κίνδυνο να συνθλιβούν, είχαν αποφασίσει να δώσουν και την ζωή τους ακόμα για το «ψωμί στο τραπέζι των φτωχών», για μια κοινωνία με το ατάξικο γαλάζιο του Ρίτσου, μια κοινωνία με αδελφοσύνη, με παγκόσμια ειρήνη. Είχαν αποφασίσει να αγωνιστούν για το χαμόγελο στα χείλη του παγκόσμιου προλεταριάτου. Ο δρόμος που επέλεξαν να βαδίσουν είναι κακοτράχαλος, όλο χωσιές και παγίδες. Αρκετές φορές δεν υπάρχει δρόμος και χρειάζεται να ανοίξουν. Με την αξίνα του λόγου σκάβουν το κακοτράχαλο παρθένο χώμα και ρίχνουν τον σπόρο της δικαιοσύνης, της τιμής, της ισότητας, της συντροφικότητας και καθώς ο σπόρος ριζώνει γίνεται φως που διαλύει τα σκότη. Είναι ο δρόμος που κυματίζει η σημαία της αξιοπρέπειας, ο δρόμος που οδηγεί στο μέλλον. Είναι η εμπροσθοφυλακή του αυριανού κόσμου.
Είναι οι ταμένοι της Λευτεριάς, οι αδουλωτοι τραγουδιστάδες της Άνοιξης, οι σαλπιστές της Ξαστεριάς. Είναι αυτοί που κυλούν τον τροχό της Ιστορίας. Είναι οι νέοι Οδηγητές του Βάρναλη: «…δεν είναι αυτοί σπορά της τύχης….. Είναι ώριμα τέκνα της ανάγκης και ώριμα τέκνα της οργής…» Έχουν αφήσει πίσω τους τον φόβο. Ποτέ η ματιά τους δεν είναι χαμηλωμένη, μεσίστια. Είναι οι νέοι Διγενήδες που αντροκαλούν τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια της προσφυγομάνας Καισαριανής.
Βαδίζουν περήφανα με αξιοπρέπεια, έχουν έντονη την ανάμνηση της προηγούμενης βραδιάς στο στρατόπεδο του Χαιδαρίου όπου, όπως περιγράφει στο βιβλίο του «Στρατόπεδο Χαιδαρίου» ο Θέμος Κορνάρος, με βιολί και δυο κιθάρες γλέντησαν, τραγούδησαν και μοίρασαν στους συγκρατούμενους τους προσωπικά τους αντικείμενα. Λοιπόν, «σαν έτοιμοι από καιρό σαν θαρραλέοι» όπως λέει ο Καβάφης, ξεκίνησαν τον Χάρο ν’ ανταμώσουν.
Αυτό ακριβώς αποτυπώνουν οι οκτώ φωτογραφίες, το συγκλονιστικό, το μεγαλειώδες. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες αχτινοβολούν, εκπέμπουν φως, ελπίδα. εμπνέουν, καθοδηγούν. Αποτελούν σάλπισμα αφύπνισης, σάλπισμα εφόδου στο μέλλον, σάλπισμα νίκης. Μέσα από αυτές αναδύεται όλο το χρωματικό φάσμα του φωτός και οι μυρωδιές από τα αγριολούλουδα της γης. Σε καμιά απ’ αυτές δεν ανιχνεύεται φόβος στα πρόσωπα, η στο παράστημα των διακοσίων κομμουνιστών καθώς προχωράνε, καθώς στέκονται μπροστά στις μπούκες των πολυβόλων που είναι έτοιμα να ξεράσουν τον θάνατο. Στην φωτογραφία με τους μελλοθάνατους κομουνιστές που προτάσσουν τα στήθη τους και υψώνουν την γροθιά τους, είναι ολοφάνερο ποιος φοβάται.
Δεν χρειάζεται να ψάξει πολύ κανείς για να βρει που οφείλεται αυτή η σθεναρή και περήφανη στάση. Μια μόνο φράση, τρεις μόνο λέξεις που περικλείουν όλο το μεγαλείο είναι αρκετές: «ΠΑΩ για εκτέλεση!» Έτσι έλεγαν. Ποτέ δεν είπαν: «με πάνε για εκτέλεση». Εδώ είναι η μεγάλη, η ειδοποιός διαφορά «ΠΑΩ για εκτέλεση!» Ήταν δική τους απόφαση. Στον κοινό αγώνα είχαν αφιερώσει την ζωή τους. Το τραχύ δρόμο τους τον διάλεξαν οι ίδιοι, δεν τους επιβλήθηκε.
Είναι συγκλονιστικά τα τελευταία σημειώματα που πετούν από τα ναζιστικά καμιόνια που τους μεταφέρουν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Οι περαστικοί μάζευαν τα σημειώματα και τα πήγαιναν στην αναγραφόμενη διεύθυνση.
Στο σημείωμα του ο Ναπολέων Σουκατζίδης γράφει:
«Φώτην Σουκατζίδην, Αρκαλοχώρι, Ηρακλείου Κρήτης.
Πατερούλη,
Πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για το μονάκριβο γιό σου. Ν’ αγαπάς και να λατρεύεις την κορούλα σου και την αδελφούλα μου. Γειά, γεια πατερούλη».
Ο Σπήλιος Αμπελογιάννης έγραφε στο μαντήλι του που βρέθηκε θαμμένο στην αυλή σπιτιού στον Κολωνό και που υπάρχει στο αρχείο του ΚΚΕ: «Αμπελογιάννης Σπήλιος του Κωνσταντίνου. Οδός Άστρους 93 Κολωνός. Έτσι πεθαίνουν οι τίμιοι Έλληνες. Πεθαίνω περήφανος. Ζήτω η Λευτεριά. Διαβάτη Έλληνα, το ρούχο τούτο να το πας στην παραπάνω διεύθυνση. Είναι η στερνή επιθυμία ενός ανθρώπου που ξέρει να πεθαίνει για την λευτεριά. Ζήτω ο Ελληνικός Λαός».
Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας γράφει: «...Σφίξτε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα δοκιμασία..... Ο θάνατός μου δε θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη, που διεξάγεται... Έτσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά δεν πεθαίνει ποτέ»
Στήνονται μπροστά στην μάντρα Ψέλνουν όλοι μαζί τον Εθνικό Ύμνο και στη συνέχεια τραγουδούν το «έχε γεια καημένε κόσμε». Αρνούνται να τους δέσουν τα μάτια, θέλουν να βλέπουν κατάματα τον Χάρο. Ο ποιητής Κώστας Βίρβος φυλακισμένος κι εκείνος γράφει:
«…Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια τον ήλιο π’ ανατέλλει να θωρώ // κι αν κάνετε τα στήθια μου κομμάτια εσείς πεθαίνετε και όχι εγώ…»
Στο βιβλίο του «Στρατόπεδο Χαιδαρίου» ο Θέμος Κορνάρος γράφει: «…Πιάσανε όλοι το χορό. Στ’ ορισμένο λεπτό, η πρώτη εικοσάδα πέταξε τα καπέλα στον αέρα και φώναξε: «Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η Λευτεριά!» και προχώρησε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Οι άλλοι συνέχιζαν το χορό τραγουδώντας, ζητωκραυγάζοντας, ώσπου έφευγε και η δεύτερη εικοσάδα…»
Στην ταινία «Το Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη λίγες στιγμές πριν τα πολυβόλα αρχίσουν το ανατριχιαστικό τους έργο, λίγες στιγμές πριν οι σφαίρες θερίσουν τα νιάτα τους η κάμερα εστιάζει στα πρόσωπα τους. Ένας ένας ακούγονται: «ε ρε ματωμένη Καισαριανή», «απ’ το γιο μου κουφάλες θα το βρείτε», «για τη λευτεριά και τη λαϊκή επανάσταση», «δεν πάμε χαμένοι». Κάποιος βγάζει ένα χτένι από την τσέπη του και αφού χτενίσει τα μαλλιά του το πετάει στους ναζί με θράσος λέγοντας: «χτενίστε μου τ’ αρχίδια» και άλλος, λίγο πριν ακουστεί το πυρ: «κομμουνιστής ως τον θάνατο»!
Τα πολυβόλα έριχναν σταυρωτά και θέρισαν την νιότη της Ελλάδας. Το άλικο αίμα τους χύθηκε κοχλάζοντας στο χώμα της Καισαριανής και το αγίασε. Η Μέλπω Αξιώτη στο βιβλίο της «Πρωτομαγιές» γράφει: «.. οι εργάτες του δήμου κουβάλησαν χώμα από το διπλανό χωράφι με φτυάρια, πολύ χώμα, για να ρουφήξει και εκεί τα αίματα. Το τμήμα αυτό της ελληνικής γης από το πηχτό εκείνο υγρό, ήτανε τώρα πια καθώς λένε κορεσμένο».
Όλη την ώρα οι καμπάνες του συνοικισμού της Καισαριανής χτυπούσαν πένθιμα. Ο κόσμος με κλάματα, βρισιές και αναθεματισμούς, παρακολουθούσε βουβός από τις ταράτσες και τους γύρω λόφους την θηριωδία αλλά και την μεγαλειώδη θυσία. Η εκτέλεση γινόταν σε εικοσάδες. Τους εκτελεσμένους, «τα παλληκάρια που πεσαν μ’ ορθή την κεφαλή τους» τα σήκωναν οι συντρόφοι τους και τα έβαζαν στα καμιόνια για να μεταφέρθούν στο Τρίτο νεκροταφείο. Τους τελευταίους είκοσι τους μετέφεραν στα καμιόνια ταγματασφαλίτες που παρευρίσκονταν στην θηριωδία.
Το αίμα ήταν τόσο πολύ που έτρεχε στον δρόμο από τα καμιόνια, οι γυναίκες έτρεχαν και έραιναν το πέρασμα με λουλούδια. Όλη την νύχτα τα χωνιά καλούσαν τον κόσμο σε παλλαϊκό ξεσηκωμό. Την άλλη μέρα ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους, ο δρόμος του σκοπευτηρίου γέμισε συνθήματα: «Οδός Ηρώων» γράφουν, «χθες τον διάβηκαν διακόσια παλληκάρια»
Στις 10 Μαίου 1944, άλλοι 92 Έλληνες πατριώτες κομμουνιστές ήλθαν πάλι για εκτέλεση. Το αίμα όμως που είχε χυθεί την Πρωτομαγιά ήταν τόσο πολύ που το χώμα δεν το είχε απορροφήσει με αποτέλεσμα να γλιστράνε και να μην μπορεί να σταθεί κανείς όρθιος, ακόμα και οι Γερμανοί στα πολυβόλα γλιστρούσαν. Τότε ο επικεφαλής Γερμανός αποφάσισε η εκτέλεση να γίνει στην εξωτερική πλευρά της μάντρας. Ένας τοίχος ανάμεσα στις δυο εκτελέσεις.
Λέει ο Κώστας Βάρναλης στο ποίημα «Πρωτομαγια1944»:
«Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι – άνθρωπος να σαι!
Ο Γιώργος Μπέρτσος (Καλαμαριώτης) στο «Διακόσιοι στην Καισαριανή»:
«…Διακόσιοι στη Καισαριανή και μίκρυνε ο κόσμος
διακόσιοι στη Καισαριανή κι έμεινε ο κόσμος μόνος…»
Ο Νίκος Καββαδίας στο «Federico Garcia Lorca»:
Στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέραν από πίσω
κ’ ίσα έν’ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.»
Ο Γιάννης Ρίτσος στο «Σκοπευτήριο Καισαριανής»:
«Εδώ πέσαμε, Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί….Εμείς
μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνον
θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.»
ΟΙ φωτογραφίες έχουν ήδη πάρει τη θέση που τους πρέπει. Έχουν τοποθετηθεί με περισσή ευλάβεια στο ταπεινό εικονοστάσι της λαϊκής αγιοσύνης. Στο εικονοστάσι της μνήμης, στο προσκυνητάρι της τιμής και του χρέους.
Συγκλονισμένος από μια παρόμοια νύχτα όπου τα κελιά της φυλακής του άνοιγαν για να πάρουν άλλους συντρόφους για εκτέλεση, ο Φώτης Αγγουλές τους αποχαιρέτησε με το ποίημα «Ώρα Καλή»:
«Ώρα καλή συνταξιδιώτες ώρα σας καλή
πού φεύγετε απ' την άβυσσο και για τον ήλιο πάτε
Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό
ξυπόλητοι περάσαμε της δυστυχίας τον ποταμό
κι' ήταν το ρέμα δυνατό και θυμωμένη η λάμια
κι' είχε ριγμένα στο βυθό κοπανισμένα τζάμια
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κροταλεί
ν' ακούσω το τραγούδι σας καθώς περνάτε
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κροταλεί
απόψε πού σταυρώνεται σαν το Χριστό ή Ελλάδα»
Για κλείσιμο του ταπεινού αυτού μνημοσύνου επελέγη το συγκλονιστικό ποίημα «Στάμαν Καλομηνά» του Γεωργίου Κωνσταντινίδη, αφιερωμένο στους διακόσιους αλλά και στον θείο του Αλέκο Κωνσταντινίδη που εκτελέστηκε στην Καισαριανή την πρωτομαγιά του 1944. Επίσης συγκλονιστική είναι η, με συνοδεία ποντιακής λύρας, απαγγελία του ποιήματος από τον ηθοποιό Τάκη Βαμβακίδη.
(Κατά την διάρκεια της απαγγελίας υπάρχει απόδοση στα νεοελληνικά από τα ποντιακά).
Ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι γίνεται κατάχρηση του επιθέτου συγκλονιστικός. Κάποτε όμως οι λέξεις δεν είναι αρκετές για να αποδώσουν την αλήθεια. Είναι φτωχές για να αποτυπώσουν στο χαρτί το ειδικό συναισθηματικό φορτίο του σημαινόμενου, τη φλόγα που καίει για το μεγαλείο του ανθρώπου και πρέπει όσο γίνεται να αποδοθεί. Λέει ο Ρίτσος στο Καπνισμένο Τσουκάλι: «Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα να βρω μια λέξη να ταιριάζει στο μπόι της Λευτεριάς. Μήτε πιο ψηλή μήτε πιο κοντή το περίσσιο είναι ψεύτικο, το λιγοστό είναι ντροπαλό…»
Ενδεχομένως πάλι διατυπωθεί ένσταση για τις συχνές αναφορές στην Ποίηση. Ε, τι να γίνει. Η Λογοτεχνία και ειδικότερα η Ποίηση τα έχουν πει όλα!
Τέλος: Όσο γι’ αυτούς που τους κάνει καιρό και λυχνούν, αυτούς που έχουν βγει από τα λαγούμια τους που ήταν χωσμένοι τόσα χρόνια, αυτούς που στα μαύρα χρόνια της κατοχής φορούσαν κουκούλες, αυτούς που μόνο την νύχτα περπατούν και επιχείρησαν να βεβηλώσουν το μνημείο σπάζοντας τα μάρμαρα, γι΄αυτούς ο Ρίτσος γράφει:
«Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει Μήδε αλυσίδα στου Ρωμιού και στ’ αγεριού το πόδι…»
και ο Αλκαίος: «… δεν βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό // δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα…»
Δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα!












Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ο Μίκης για το έργο Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου

 


Απόσπασμα κειμένου του Μίκη Θεοδωράκη για το έργο Ρωμιοσύνη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ το 1995.
Ρωμιοσύνη 1966
Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Σύνθεση: 1966, Αθήνα
Ηχογραφήσεις:
1966, Γρηγόρης Μπιθικωτσης, Studio Columbia, ηχολήπτης ο Νίκος Κανελοπουλος.
1977, Χορωδία Τρικάλων υπό την διεύθυνση της Τ.Παπαστεφανου, Olymbia
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ)
… Μετά μπήκαμε ορμητικά στη θύελλα… Χρόνια αντίστασης. Παρανομία, συλλήψεις, μάχες, συλλαλητήρια
Ο Γιάννης Ρίτσος, τυλιγμένος και αυτός στους ίδιους ανέμους, να ταξιδεύει τις ίδιες τρικυμίες… Τον πρωτοείδα στη Λέσχη της ΕΠΟΝ. Ακαδημίας και Κριεζώτου, την Άνοιξη του 1945. είχα αναλάβει να ανακαλύψω και να συγκεντρώσω του άξιους νέους ποιητές και συγγραφείς, τον Κώστα Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Μιχάλη Κατσαρό και τόσους άλλους, που το όνομά τους θα το γνώριζε κάποτε όλη η Ελλάδα.

Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος, ο Ρώτας ήταν αυτοί, που ακούγοντας τα κείμενά τους και συζητώντας μαζί τους μια φορά την εβδομάδα, θα βοηθούσαν ώστε να γεννηθεί μια νέα γενιά ποιητών και συγγραφέων, η γενιά της Αντίστασης. Αυτή που δεν θα έβλεπε τα τραγικά δρώμενα απ΄έξω, σαν θεατής, αλλά από μέσα, σαν συμπάσχον, οργανικό τμήμα του μαρτυρικού μας λαού στο δρόμο προς το Γολγοθά, όπως τον είχε καταδικάσει η σκληρή του μοίρα.

Ήταν η Σχολή του Γιάννη Ρίτσου… Όπως την δίδαξε με το έργο του και με το παράδειγμά του. Αυτή ακριβώς, που με το θρίαμβο της αντεπανάστασης απ΄τη Χούντα έως σήμερα, προσπαθούν να φιμώσουν και να κατεδαφίσουν με κάθε μέσον, με κύριο όπλο την συνομωσία της σιωπής, διάφορα κέντρα και όργανα θλιβερά των νέων εξουσιαστών, που χτίζουν τη δύναμή τους επάνω στην ανοιχτή πληγή, επάνω στα ερείπια των Μύθων, που πέτυχαν να γίνουν έστω και για μια στιγμή φωτεινή πραγματικότητα.

Σκέπτομαι τώρα πως το πρώτο κοινό χαρακτηριστικό μας με τον Γιάννη Ρίτσο είναι αυτή ακριβώς η <<φωτεινή πραγματικό-τητα>>, που βιώσαμε με όλους τους πόρους της ψυχής και του κορμιού μας, γνωρίζοντας και πλάθοντας συγχρόνως τους Νέους Ελληνικούς Μύθους.

Ένα δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό υπήρξε η εργατικότητα. Πόσες φορές ο ποιητής, σα να ΄θελε να <<απολογηθεί>> για την παραγωγικότητά του, μου ΄λεγε για την απίστευτη εργατικότητα του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου, που άφησαν πίσω τους κολοσσιαία εργασία, όχι μόνο σε ποιότητα αλλά και σε ποσότητα (άλλο αν χάθηκαν τα πιο πολλά)…

Κι εγώ επικροτούσα επαυξάνοντας με τα παραδείγματα των Μπαχ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Μπετόβεν, Βάγκνερ και Βέρντι, που για την αντιγραφή και μόνο των έργων τους χρειάζονται δεκάδες χρόνια συνεχούς εργασίας…

Όταν βρισκόμασταν στην Αθήνα, επικοινωνούσαμε τηλεφωνικώς την ώρα του διαλείμματος, γύρω στις δώδεκα με μία το μεσημέρι.

Εκείνος ξεκινούσε την εργασία του κάθε πρωί, ό,τι και να συνέβαινε. Το ίδιο κι εγώ. Η διαφορά μας ήταν η ώρα που ξεκινούσαμε. Πολλές φορές τον ξεπερνούσα, όταν η έμπνευση με ξυπνούσε απ΄τις έξι και μερικές φορές στις πέντε το πρωί, όταν έξω ήταν ακόμα σκοτάδι. Τότε, το μεσημέρι, του διηγόμουν, πόσο συνταρακτική ήταν η αίσθηση, καθώς έβλεπα την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα να αναδύεται μέσα απ΄τη νύχτα, λες κι εκείνη τη στιγμή να έβλεπαν το φως για πρώτη φορά.

Η ελληνολατρεία στον Ρίτσο δεν ήταν εγκεφαλική αλλά βιωματική. Με το ταλέντο και τη συνεχή άσκηση είχε πετύχει να ενώσει μέσα του τους μύθους και τα τραγικά πρόσωπα του χθες με του σήμερα.

Άλλωστε η σχέση του με το κύριο υλικό της εργασίας του, τη γλώσσα, δείχνει ότι τον σαγήνευε και τον χάλκευε η βεβαιότητα ότι σμιλεύει την ίδια γλώσσα, την ελληνική από τον Όμηρο έως σήμερα. Πως όμως μπορούσε να γίνει άξιός της; Δίνοντάς της αντάξιο περιεχόμενο, που μόνο ένας ποιητής, φωνή του λαού και του καιρού του, μπορούσε να της προσφέρει.

Έτσι εξηγείται ο βαθύς και επώδυνος δεσμός του με το Λαό και τον Καιρό. Η συνέπειά του, η πίστη του και η απόφασή του να ζήσει – ακόμα και με κίνδυνο να καταστραφεί- όλα τα πάθη του Λαού, καθώς σφάδαζε μέσα στη δίνη των καιρών.

Ήθελε να γίνει αντάξιός τους, όχι απλώς με ένα ΜΕΡΟΣ, αλλά με το ΟΛΟΝ του εαυτού του. Έπρεπε να εισέλθει στην κάμινο της Δοκιμασίας ολόκληρος, όχι μόνο με το πνεύμα αλλά και με το σώμα, όχι μόνο με την φαντασία αλλά με την ευαισθησία και τον πόνο ακόμα και της τελευταίας φλέβας, ακόμα και του τελευταίου αιμάτινου αγγείου του σώματός του. Και γι΄αυτό ο Ρίτσος έγινε ΕΡΓΟ και ΣΥΜΒΟΛΟ άξιο να σταθεί πλάι στον Ανώνυμο Μάρτυρα, την ψυχή της Ελλάδας, αυτόν που τον οδήγησε στη θυσία η πεμπτουσία της συλλογικής μας συνείδησης, τα άγια των αγίων της Ρωμιοσύνης.

Στα δύο κορυφαία μου έργα στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ και τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε –όπως ακριβώς περιέγραψα και πριν- σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτιση μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα σύνορα της ποίησης και απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ΄όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη, ώσπου να πάρουν μια Τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ μου την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πρίν. Είχαν περάσει πρώτα από τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από τη ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ γα να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν. Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθειά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο <<Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό…>>, κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα, και συνέθεσα μονορούφι τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικό, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει : << Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας>>. Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή του και ο Ρίτσος, που από την εποχή του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή.

Το καλοκαίρι του ΄66 αποφασίσαμε να κάνουμε το μεγάλο άλμα : Συναυλία σε γήπεδο, μιας και δεν μας χωρούσαν πια οι μικρές αίθουσες. Διαλέξαμε την ΑΕΚ στη Ν. Φιλαδέλφεια. ήταν η πρώτη Λαϊκή Συναυλία σε ανοιχτό χώρο. Περάσαμε με το αυτοκίνητο και πήραμε απ΄το σπίτι τους τον Γιάννη και τη Φιλίτσα. Μπροστά στο γήπεδο, καθισμένοι στα καφενεία οι ηλικιωμένοι άντρες και γυναίκες, όλοι τους αντιστασιακοί, περίμεναν να μπουν πρώτοι.

Τι δεν έκανε η αντίδραση τότε, για να εμποδίσει το Λαό να ρθει να μας ακούσει! Εκατοντάδες με στολές γύρω γύρω, σαν μπαμπούλες, για να φοβίζουν. Άλλες εκατοντάδες χαφιέδες, για να αναγνωρίζουν και να τρομοκρατούν. Ως και το ηλεκτρικό ρεύμα σταμάτησαν, με αποτέλεσμα να μείνουν στο τούνελ οι συρμοί του ηλεκτρικού.

Εμείς με τον Ρίτσο βγαίναμε απ΄τα αποδυτήρια στο γήπεδο, που ήταν ακόμα άδειο. Κοιτάζαμε τον ουρανό και σαν μέλη κάποιου φανταστικού αρχαίου χορού φωνάζαμε μισοαστεία-μισοσοβαρά:

- Έλα Λαέ! Νίκησε Λαέ! Λαέ, δείξε τη δύναμή σου!

Και από μέσα οι γυναίκες μας να μας μαλώνουν, μήπως και μας ακούσει κανείς και μας περάσει για τρελούς… φαίνεται όμως πως οι προσευχές μας εισακούσθηκαν, γιατί αιφνιδίως το στάδιο γέμισε. Λες και ήταν συνεννοημένοι, όρμησαν όλοι μαζί, γυναίκες, άντρες, παιδιά. Ξεχύθηκαν απ΄τα σοκάκια και τα στενα…

Παραμέρισαν τη φανερή και τη μυστική τρομοκρατία και έγιναν στην αρχή ένα χαρούμενο, πολύβουο πλήθος, που μας γέμισε αγαλλίαση και αμέσως μετά ένα σιωπηλό, παλλόμενο εσωτερικά εκκλησίασμα.

Διηύθυνα πρώτα το Μαουτχάουζεν με τη Μαρία Φαραντούρη και μετά τη Ρωμιοσύνη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Ο Γιάννης Ρίτσος, καθισμένος ακριβώς πίσω μου, ρουφούσε τη συγκλονιστική στιγμή με όλους τους πόρους της ψυχής του.

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι. Ήταν προπαντός αυτή η μυστική μέθεξη όλων αυτών των χιλιάδων, που μέσα απ΄τη Ρωμιοσύνη ξαναζούσαν μέσα τους και ξαναδημιουργού-σαν ιδεατά το μέγα όνειρο που είχαν όλοι μαζί ζήσει, αφού οι ίδιοι το είχαν πρώτα δημιουργήσει…

Σταματώ ως εδώ την αφήγηση… 
Ίσως να θέλω στο βάθος να μείνουμε σ΄αυτή τη θεία και μοναδική στιγμή, που Ποίηση και Μουσική συλλειτουργούσαν με το Λαό, ενώ γύρω τους, γύρω απ΄το περικυκλωμένο γήπεδο, στριφογύριζαν απειλητικά οι σκιές των τσακαλιών, που ένα χρόνο αργότερα θα υποχρέωναν την πατρίδα μας να μπει σ΄αυτό το Μεγάλο Ταξίδι μέσα στη Νύχτα, που δεν έχει ακόμα τελειωμό…

Πηγή κειμένου: www.mikistheodorakis.gr


Εδώ μπορείτε να ακούσετε τα τραγούδια του έργου ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ:



Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε...

 

Σήμερα σιγοπαίζει κάπου στην άκρη του μυαλού μου το "Εμβατήριο της Σιωπής" του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ένα τραγούδι που γράφτηκε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.
Φυσικά πρόκειται για ένα τραγούδι βυθισμένο στην αριστερή μελαγχολία και την πολιτική υποχώρηση, χαρακτηριστικά μιας αριστεράς που είχε αρχίσει να τα ενστερνίζεται ήδη από τη δεκαετία του 1980 και τις εμφανείς αποτυχημένες προσπάθειες του Γκορμπατζόφ για την περιβόητη "ανασυγκρότηση" αλλά και το πολιτικό αδιέξοδο των άλλων δρόμων, των "δεύτερων" και "τρίτων" δρόμων προς το σοσιαλισμό.
Σε κάθε περίπτωση, η δική μου γενιά αναγκάστηκε να ζήσει χωρίς εκείνη τη "Γη της Επαγγελίας", χωρίς τη σοσιαλιστική πατρίδα που αποτελούσε τον κυματοθραύστη του καπιταλιστικού ρεαλισμού όχι μόνο στην πολιτική αλλά σε κάθε διάσταση του κοινωνικού. Από ένα σημείο και μετά, μάθαμε στην ωμότητα της δεοντολογίας πως "όλα πωλούνται και όλα αγοράζονται", καθώς όλα έχουν μια τιμή και ιδίως η ίδια η ανθρωπότητα. Και παρά τα δεκάδες στραβά της, καμία ΕΣΣΔ δεν θα ερχόταν πια να μας σώσει από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Η ιστορία είχε τελειώσει και ξεκινούσε χωρίς κανένα εμπόδιο, πια, το νεοφιλελεύθερο πάρτι.
Είδαμε τους μετανάστες της ΕΣΣΔ να φτάνουν στα πέρατα του κόσμου μέσα σε κρύα ψυγεία φορτηγών, παλιές δασκάλες και καθηγήτριες να γίνονται στην καλύτερη καθαρίστριες και σερβιτόρες στη χειρότερη θύματα trafficking, όσες επέζησαν από τα χέρια των διακινητών τους. Είδαμε παλιούς απόφοιτους του Πολυτεχνείου της Μόσχας να γίνονται εργάτες γης, μπετατζήδες, οδοκαθαριστές για λίγες δραχμές και μερικά μεταχειρισμένα ρούχα. Και μια στις τόσες, σε κάποιο διάλειμμα από την εργασία τους, να ψελλίζουν σε κάποιο ευήκοο αυτί κάποιον στίχο του Πούσκιν ή του Μαγιακόφσκι.
Είδαμε τα παράσημα και τις στολές εκείνων που κάποτε ισοπέδωσαν το Τρίτο Ράιχ και τον φασισμό, να πουλιούνται στις μαύρες αγορές του κόσμου για λίγα ρούβλια, η ιστορία του μεγαλύτερου αγώνα της ανθρωπότητας να δίνεται όσο-όσο για ένα καρβέλι ψωμί και λίγα μακαρόνια.
Αλλά κάποτε, σε εκείνο το βαθύ "κάποτε" του χρόνου, υπήρξαν και εκείνοι που αναφέρει ο Κηλαηδόνης στο σιωπηλό "Εμβατήριο" του, όχι ως ήρωες αλλά ως τα δρώντα υποκείμενα που τόλμησαν να ονειρευτούν έναν άλλον κόσμο, έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν εκμεταλλεύεται τον άλλον άνθρωπο, όπου η χειραφέτηση αποτελούσε ένα ανοιχτό πεδίο ακαθόριστων και διαρκών επιλογών και δεν χωρούσε μέσα σε ορολογίες και σε καπιταλιστικές βολικές ταμπέλες, όπου εκείνο το κόκκινο τρένο χάραζε καινούριες πορείες, καινούριες αξίες και καινούριους στοχασμούς στο μπόι των ανθρώπων.
Έναν κόσμο όπου πολύ απλά, η εργατική τάξη μπορούσε να ζήσει και να πεθάνει αξιοπρεπώς, μνημονεύοντας ενίοτε τους στίχους του Πούσκιν ή του Μαγιακόφσκι που τους έμαθε σε μια δημόσια παιδεία που ήταν για όλους. Μια εργατική τάξη που δεν θα ήταν πια το προλεταριάτο της διαρκούς εκμετάλλευσης και υφαρπαγής της υπεραξίας του, αλλά ο κεντρικός μοχλός που κινεί την ιστορία της ανθρωπότητας για την ίδια την ανθρωπότητα, όπως πάντα ήταν έτσι και αλλιώς.
Εκατομμύρια άνθρωποι έκλαψαν πικρά εκείνη την ημέρα του 1991, ακόμα και ορισμένοι που είχαν διαχωρίσει δεκαετίες νωρίτερα τις πολιτικές τους γραμμές από το ΚΚΣΕ. Εκατομμύρια καρδιές βούλιαξαν στην αριστερή μελαγχολία εκείνη τη βραδιά, μια κατάρα που δεν λέει να φύγει από πάνω μας τριανταπέντε χρόνια.
Ήταν το τέλος μια μεγάλης εποχής, μιας γενναίας εποχής όπου το κόκκινο τρένο έκανε μια αόριστη παύση στην πορεία του μέχρι να ξαναμπεί με φόρα στις καρδιές και στις συνειδήσεις των ανθρώπων που θα θελήσουν να σπάσουν μόνοι τους τις αλυσίδες που τους βαραίνουν.
Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε και εμείς, με το όνειρο μας φορτωμένο, που στις καρδιές βάζει φωτιά.
Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε και εμείς, γιατί είναι από τη λευτεριά σταλμένο για το ταξίδι της ζωής.
Αυτό το κόκκινο το τρένο είναι για εμάς τίτλος τιμής.