Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυτεχνείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυτεχνείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

Ο A. Σκευοφύλαξ, ο στρατιώτης του τεθωρακισμένου που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο, αποκαλύπτει:


O ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ-ΟΔΗΓΟΣ TOY TANK που γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου σπάει τη σιωπή του και μιλάει πρωτη φορα για το μακελειό της 17ης Νοεμβρίου 1973.

«ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΓΙ’ AYTO ΠΟΥ HMOYN, ΓΙ’ AYTO ΠΟΥ EKANA», θυμάται και εξομολογείται στον δημοσιογράφο (ΒΗΜΑ) Κώστα Χατζίδη, ο οδηγός του τανκ, Α.Σκευοφύλακας, που γκρέμισε την πόρτα του πολυτeχνείου.
 (Επικεφαλής του άρματος ήταν ο αξιωματικός Μ.Γουνελάς).
 «Τότε αισθανόμουν ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Στους "μαυροσκούφηδες", στο Γουδί, είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, τα "παλιοκουμμούνια", όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Τι περιμένεις!.. Ούτε μια εφημερίδα δεν είχα διαβάσει μέχρι τότε. Είχα γίνει και εγώ φασίστας. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου».



1973-2003. Ο A. Σκευοφύλαξ, ο έφεδρος στρατιώτης του τεθωρακισμένου άρματος που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο, σπάει την τριαντάχρονη σιωπή του και αποκαλύπτει όσα συνέβησαν τη μαύρη νύχτα που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και στιγμάτισε για πάντα τη ζωή του. «Ντρέπομαι γι’ αυτό που ήμουν, γι’ αυτό που έκανα» λέει στην εκ βαθέων εξομολόγησή του. Μια στιγμή, μια ζωή. Στη «μία και μοναδική φορά» που δέχθηκε να ξύσει «τις πληγές του παρελθόντος», όπως λέει σε μια αποστροφή του λόγου του ο κ. Σκευοφύλαξ, περιγράφει λεπτό προς λεπτό τη στρατιωτική επιχείρηση της χούντας, η οποία ξεκίνησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου με την έξοδο των τανκς στους δρόμους της Αθήνας και ολοκληρώθηκε στις 3.30 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, με την αιματοβαμμένη εισβολή στο Πολυτεχνείο.



Στη σπάνια μαρτυρία του ο κ. Σκευοφύλαξ μνημονεύει τις δραματικές στιγμές που εκτυλίχθηκαν στους δρόμους της Αθήνας, τις ειρηνικές εκκλήσεις των φοιτητών που ηχούσαν στα αφτιά του σαν «κραυγές εχθρών της πατρίδας». 
Τις διαταγές των αδίστακτων στρατιωτικών που πίστεψε ότι ήταν «πατριώτες».    
Θυμάται – τότε με χαρά, τώρα με θλίψη – τον πόνο των φοιτητών που είδαν το όνειρό τους να τσαλακώνεται κάτω από τις ερπύστριες που ο ίδιος έθεσε σε κίνηση, τον τρόμο που ακολούθησε από τις λυσσαλέες επιθέσεις των αστυνομικών. Το απαράμιλλο θάρρος του φοιτητή που γύρισε και του είπε: «Τι κατάλαβες τώρα που μπήκες μέσα;». Την οργή που του προκάλεσε και λίγο έλειψε να τον οδηγήσει σε εν ψυχρώ δολοφονία. «Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή… Αν έλεγε μια κουβέντα ακόμη, θα τον σκότωνα»!


Οι λέξεις βγαίνουν με δυσκολία. 
Σε αυτή τη συνέντευξη του κ. A. Σκευοφύλακος μιλούν δύο πρόσωπα: ο 20χρονος έφεδρος στρατιώτης και ο 50χρονος βιοπαλαιστής.
Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει, ακόμη και σήμερα, για μια ενέργεια που τον κατέστησε αρνητικό πρωταγωνιστή στην κρισιμότερη στιγμή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. 
Μια στιγμή, μια αιωνιότητα. Μετά την απόλυσή του από τον στρατό, ο A. Σκευοφύλαξ θα μοχθήσει για να ζήσει. «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές το KKE».
Στα 30 του θα παντρευτεί, θα αποκτήσει παιδιά. Ζώντας σε μια γειτονιά των νοτίων προαστίων, όλα αυτά τα χρόνια αποφεύγει να μιλάει για τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Οσες φορές θα τον ρωτήσουν «τι σχέση έχεις με τον «πορτάκια» του Πολυτεχνείου;», θα μιλήσει για «μακρινό ξάδελφο που σκοτώθηκε σε τροχαίο»! 
Στη γυναίκα του θα ανοίξει την καρδιά του ύστερα από χρόνια. Στα τρία παιδιά του δεν το έχει αποφασίσει ακόμη. 
«Είμαι ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρόνων. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο»!


1973-2003. Τριάντα χρόνια μετά, ο άνθρωπος που γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου θα πει για τους φοιτητές, τους νέους και τους εργαζομένους που αγωνίστηκαν για την πτώση της χούντας: «Είχαν μεγάλη ψυχή. Ηταν παλικάρια». Ο κ. Σκευοφύλαξ δεν θα ξεχάσει τη φοιτήτρια που τραυματίστηκε κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια σήμερα του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Πέπη Ρηγοπούλου. «Θα ήθελα να τη δω, να της πω… Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις».
«Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν μπορώ να έχω τα ίδια αιτήματα με τους εργοδότες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές KKE»!
«Την ημέρα εκείνη ήμουν υπηρεσία. Στον στρατό είχα δέκα μήνες. Ημουν εκπαιδευτής στο Κέντρο Τεθωρακισμένων, στο Γουδί. Τότε οι «μαυροσκούφηδες» ήταν σώμα επιλέκτων. Πήγα εθελοντικά. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, μπήκαμε επιφυλακή. "Οι κομμουνιστές καίνε την Αθήνα", μας έλεγαν και εμείς τους πιστεύαμε. Θυμάμαι στο στρατόπεδο κάποιοι είχαν ραδιοφωνάκια και ακούγαμε στα κρυφά τον σταθμό του Πολυτεχνείου. "Παλιοκουμμούνια θα καλοπεράσετε!" λέγαμε».

Στα 20 χρόνια του ο A. Σκευοφύλαξ βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα, στην επίλεκτη ομάδα του Σώματος των Τεθωρακισμένων κατέπνιξε την εξέγερση των φοιτητών.
 «Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου, η ίλη μου πήρε εντολή να ετοιμαστεί για έξοδο. Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά μας άρματα, κάτι γαλλικά AMX30. Εγώ ήμουν οδηγός στο πρώτο άρμα που βγήκε στον δρόμο». 
Στο ίδιο άρμα βρίσκονταν ο αξιωματικός Μιχάλης Γουνελάς, ως επικεφαλής, ο ανθυπασπιστής Λάμπρος Κωνσταντέλλος, ως οδηγός εδάφους, ο λοχίας Στέλιος Εμβαλωμένος και ο Γιάννης Τίρπας.
«Στη 1.15 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου φτάσαμε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Λίγο αργότερα διασχίζαμε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του IKA, στη στάση Σόνια, σταματήσαμε γιατί ο δρόμος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγματα, φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Με διάφορες μανούβρες αριστερά – δεξιά, μπρος πίσω, άνοιξα τον δρόμο και προχωρήσαμε» θυμάται ο κ. Σκευοφύλαξ. Ο δρόμος για τα τανκς ήταν ανοιχτός πλέον προς το Πολυτεχνείο. «Οταν φτάσαμε στη διασταύρωση της λεωφ. Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, μας έδωσαν εντολή να σταματήσουμε. Εκεί, στην πλατεία Αιγύπτου, μείναμε περίπου μία ώρα. Ο κόσμος θυμάμαι ότι μας φώναζε "είμαστε αδέλφια, είμαστε αδέλφια". Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα»!

Την έξοδο των τανκς από το Γουδί θα πληροφορηθούν οι Αθηναίοι από τον εκφωνητή του Πολυτεχνείου, τον Δημήτρη Παπαχρήστο. 

Παρά τις παρεμβολές της ΚΥΠ, το ραδιόφωνο των εξεγερμένων φοιτητών θα μεταφέρει στους Αθηναίους τον ανατριχιαστικό συριγμό από τις ερπύστριες των τανκς. 
Ο εκφωνητής απευθύνει έκκληση στα «στρατευμένα νιάτα» να μη χτυπήσουν. «Δεν θα χτυπήσουν τα παιδιά, τα αδέλφια μας οι φαντάροι, το φρούριο της ελευθερίας, το μόνο μέρος της Ελλάδας που είναι ελεύθερο. Δεν έχουμε όπλα. Προτάσσουμε μόνο ανοιχτά τα στήθη μας. Λαέ της Αθήνας, όλοι μαζί το σύνθημα: λαός και στρατός μαζί. Δεν θα χτυπήσει ο στρατός!».
Με νεότερη εντολή των στρατιωτικών που κατευθύνουν την επιχείρηση «Εκκένωσις του Πολυτεχνείου» τα πέντε τανκς προωθούνται προς το Μουσείο. H ώρα της αιματοβαμμένης επέμβασης πλησιάζει. 
«Μας είπαν να πάμε κοντά στο Πολυτεχνείο, αλλά όχι μπροστά στην πόρτα. Αυτό κάναμε. Σταματήσαμε λίγα μέτρα πιο πέρα».
 Στη θέα των τανκς εκατοντάδες φοιτητές πλησιάζουν στην πύλη, ανεβαίνουν στα κάγκελα, φωνάζουν συνθήματα συναδέλφωσης.
Με διάφορους απειλητικούς ελιγμούς και μαρσαρίσματα που ακούγονται σαν κανονιές, οι οδηγοί των τανκς προσπαθούν να κάμψουν το ηθικό των φοιτητών. 
Ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου απευθύνει νέα έκκληση να αποφευχθεί η αιματοχυσία. «Οι φαντάροι δεν ανήκουν στη χούντα. H χούντα στηρίζεται στο μέταλλο, στηρίζεται στα τανκς, στο σίδερο. H καρδιά των φαντάρων έχει τον ίδιο παλμό με τη δικιά μας. Αγαπάτε τους φαντάρους. Ελληνικά στρατευμένα νιάτα, ο λαός δεν σας κρατάει κακία. Ξέρει ότι είστε μαζί μας».

H ώρα έχει πάει 2 το πρωί. 
«Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, έστριψα το άρμα προς το Πολυτεχνείο, με γυρισμένο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από τη θέση μου και εγώ και το άλλο πλήρωμα. Δεκάδες φοιτητές κρέμονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Εδειχναν πανικόβλητοι». 
Ο κ. Σκευοφύλαξ φέρνει στη μνήμη του τα φοβισμένα πρόσωπα των συνομηλίκων του που ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο. Χαμηλώνει το βλέμμα του. «Και εγώ, να σκεφτείς ότι τους έβλεπα σαν μαμούνια που ήθελα να τα φάω»!
Με ολοένα μεγαλύτερη ένταση και αγωνία οι φοιτητές φωνάζουν προς τους στρατιώτες «είμαστε αδέλφια, αφήστε τα άρματα», ενώ ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου καλεί το πλήθος να δείξει αυτοσυγκράτηση. 
«Απομονώστε τους προβοκάτορες. Δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα με το στρατό. Δεν θέλουμε να χυθεί ελληνικό αίμα». Ο Δημήτρης Παπαχρήστος ψάλλει τον εθνικό ύμνο. Το ίδιο κάνουν και οι χιλιάδες νέοι που βρίσκονται στο Πολυτεχνείο.



Ενα τέταρτο πριν από τις 3 το πρωί οι στρατιωτικοί δίνουν προθεσμία λίγων λεπτών στους φοιτητές για να αποχωρήσουν από το Πολυτεχνείο, να παραδοθούν.
 Κάποιοι από τους φοιτητές που θέλουν να αποχωρήσουν δοκιμάζουν να απασφαλίσουν την κεντρική πύλη. Δεν τα καταφέρνουν. Πίσω από την πύλη είναι σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο Μερτσέντες που μπλοκάρει το άνοιγμά της.
 Ο επικεφαλής των τεθωρακισμένων αρμάτων εκνευρίζεται. Οργισμένος φωνάζει: «Τσογλάνια, ρεζιλεύετε το στράτευμα!» και δίνει σήμα για την επέλαση του άρματος.
«Τότε ήρθε ο οδηγός εδάφους του άρματος και μου λέει: "Θα μπούμε μέσα, θα ρίξουμε την πύλη. Ετοιμάσου!"» λέει ο κ. Σκευοφύλαξ.
 «Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγματα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, γιατί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρματος. Δέκα εκατοστά πριν από την πόρτα, σταμάτησα. Σταμάτησα σκόπιμα. Αυτό φαίνεται στο βίντεο της εποχής. Στο φρενάρισμα, οι φοιτητές τρομαγμένοι έφυγαν προς τα πίσω. Αν έμπαινα με ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτομα που εκείνη τη στιγμή ήταν κρεμασμένα στα κάγκελα».



Λίγα λεπτά αργότερα ο A. Σκευοφύλαξ θα μαρσάρει δυνατά. Ο δυνατός προβολέας του τανκ σκοπεύει την πύλη. 
«H καγκελόπορτα έπεσε αμέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθμευμένο το Μερσεντές το οποίο είχαν βάλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έκανα αλοιφή. H αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου εισέβαλαν οι αστυνομικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κατέβηκα και εγώ από το άρμα και μπήκα στον χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νεκρός. Θα μπορούσε όμως και να υπάρχουν νεκροί» λέει με μοναδική ειλικρίνεια.

Στο εσωτερικό του Πολυτεχνείου επικρατεί πανδαιμόνιο. 
Διαφωτιστική είναι η περιγραφή που δίνει ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς στην έκθεση που συνέταξε το 1974 για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου:
 «Εντρομοι και εμβρόντητοι οι σπουδασταί κυριεύονται από την ενώπιον του εσχάτου κινδύνου φοβεράν αγωνίαν. Υπό την πίεσιν πλήθους ανθρώπων καταρρίπτεται τμήμα των προς την οδόν Στουρνάρη κιγκλιδωμάτων. Και διά του δημιουργηθέντος ανοίγματος εξέρχονται οι σπουδασταί κατά μάζας. Νέον, όμως, δι’ αυτούς αρχίζει μαρτύριον. Υβρεις κατ’ αυτών εκτοξεύονται και καταδιωκόμενοι βαναύσως κακοποιούνται».



Οπως αναφέρει ο κ. Σκευοφύλαξ, «αστυνομικοί κυνηγούσαν και χτυπούσαν τους φοιτητές όπου τους έβρισκαν. Αν δεν ήταν οι ΛΟΚατζήδες να τους σταματήσουν – θυμάμαι ότι πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια μαζί τους – δεν ξέρω και γω τι θα γινόταν». 
Λίγο αργότερα οι στρατιώτες σχηματίζουν έναν διάδρομο για να περάσουν ασφαλείς οι φοιτητές. 
Για το θέμα αυτό, στο πόρισμα Τσεβά υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά: «Εμπροσθεν μεν της πύλης του Πολυτεχνείου δημιουργείται διάδρομος υπό των στρατιωτών μέσω του οποίου διέρχονται οι εξερχόμενοι, κατευθυνόμενοι προς την οδόν Τοσίτσα, εντός δε του Πολυτεχνείου βοηθούν, προστατεύουν και εις τους ώμους των πολλούς αδυνάτους κρατούν διά να δυνηθούν να υπερπηδήσουν το υψηλόν κιγκλίδωμα. Και επεισόδια μεταξύ στρατιωτικών και αστυνομικών λαμβάνουν χώραν εν τη προσπαθεία των πρώτων να προστατεύσουν τους φοιτητάς από το διωκτικόν μένος των άλλων».


Μέσα στο Πολυτεχνείο ο A. Σκευοφύλαξ είδε πολλούς τραυματίες και ίσως, όπως λέει, και νεκρούς. «Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ήταν πολύ χτυπημένοι, θυμάμαι ότι είδα πολλούς τραυματίες, ενώ τρεις-τέσσερις ήταν σωριασμένοι κάτω, ακίνητοι. Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί. Δεν κοίταξα να δω. Κάποια στιγμή ένας φοιτητής όρμησε κατά πάνω μου και μου είπε: «Τι κατάλαβες τώρα που μπήκες;». Αφήνιασα. Εβγαλα το πιστόλι και προτάσσοντάς το γύρισα και του είπα ουρλιάζοντας: "Σκάσε, ρε κωλόπαιδο, μη σε καθαρίσω". Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή… Αν έλεγε μια κουβέντα παραπάνω, θα τον σκότωνα! Τέτοιος ήμουν. Ενας φασίστας».

Παρά τον πόνο τους, οι φοιτητές θα δείξουν μεγαλείο ψυχής απέναντι στον στρατιώτη που ισοπέδωσε το όνειρό τους. 
Αδιάψευστη απόδειξη, η μαρτυρία του κ. Σκευοφύλακα: «Οπως περνούσαν οι φοιτητές θυμάμαι ότι έριχναν μέσα στο τανκ πακέτα τσιγάρα και ό,τι προμήθειες είχαν μαζί τους. Οταν γυρίσαμε στο Γουδί, το άρμα έμοιαζε με περίπτερο. Οσο σκέφτομαι ότι οι φοιτητές μας έδιναν σάντουιτς και τσιγάρα, μετά απ’ όσα τους κάναμε… Δεν μπορώ να το συχωρέσω αυτό το πράγμα στον εαυτό μου. Σκέφτομαι τι πήγα και έκανα!..».

Την αναγνώριση των φοιτητών για ορισμένους από τους αξιωματικούς του στρατού και τους έφεδρους στρατιώτες θα διαπιστώσει αργότερα και ο εισαγγελέας: «Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώται παρεμβαίνουν προς προστασίαν των φοιτητών. Και υπήρξε πηγαία και βαθειά η ευγνωμοσύνη πολλών εξ αυτών προς τους αγνώστους σωτήρας των, ως εις τας καταθέσεις των τούς αποκαλούν με συγκίνησιν»!
Εκατοντάδες φοιτητές καταφέρνουν να βγουν έξω από το Πολυτεχνείο, ξεχύνονται στους γύρω δρόμους, τρέχουν να φύγουν, να γλιτώσουν τη ζωή τους, καθώς γίνονται στόχος ελεύθερων σκοπευτών. 
«Απομακρυνόμενοι όμως του Πολυτεχνείου αγωνιώδεις τούς αναμένουν εκπλήξεις. Από παντού τους καταδιώκουν και τους χτυπούν. Εις την γωνίαν των οδών Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας άνδρες της ΚΥΠ εν πολιτική περιβολή τους χτυπούν ανηλεώς και πυροβολούν κατ’ αυτών, ενώ εις την ταράτσαν ενός των αυτόθι κτιρίων έχουν εγκαταστήσει πολυβόλον. Εις τας ταράτσας των γύρω κτιρίων επισημαίνονται ελεύθεροι σκοπευταί υπό του ιδίου Διευθυντού της Αστυνομίας να επιτελούν το φονικόν έργον των»!


Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνεται στην ίδια έκθεση, «ομάδες τραμπούκων και επικινδύνων τρωκτικών της γαλήνης του τόπου εκδηλώνουν το εγκληματικόν μένος των κατά των ατυχών σπουδαστών που κατά μάζας εξέρχονται του Πολυτεχνείου». 
Οι τραμπούκοι είναι άνδρες της ΕΣΑ, οι οποίοι δεν διστάζουν, μάλιστα, να κακοποιήσουν ακόμη και πανεπιστημιακό γιατρό, ο οποίος, μαζί με τη σύζυγό του, είχε σπεύσει να βοηθήσει τους ανυπεράσπιστους φοιτητές.

Στη συμβολή των οδών Πατησίων και Στουρνάρη 
«άνδρες εν πολιτική περιβολή, κραδαίνοντες ρόπαλα, εξήλθον από ομάδα αυτόθι ευρισκομένων αστυνομικών και εκακοποίησαν σεβάσμιον καθηγητή Πανεπιστημίου, την σύζυγόν του και νεαρόν σπουδαστήν, διότι εξήρχοντο του Πολυτεχνείου, ένθα ο καθηγητής-ιατρός και η σύζυγός του είχον μεταβή προς εκπλήρωσιν του ανθρωπιστικού και ιατρικού των καθήκοντος. Και οι ροπαλοφόροι ούτοι ήσαν άνδρες της ΕΣΑ εν πολιτική περιβολή. Εις το πανδαιμόνιον τούτο της εξόδου των φωνών, των κραυγών, των οιμωγών, των καταδιώξεων και των πυροβολισμών έπεσαν οι περισσότεροι εκ του πλήθους των τραυματιών».


Οταν επέστρεψε στο Γουδί, στη βάση των Τεθωρακισμένων, ο κ. Σκευοφύλαξ έγινε δεκτός με ζητωκραυγές. Ηταν το τιμώμενο πρόσωπο. «Οταν γυρίσαμε στο στρατόπεδο, έγινα ήρωας. Οι στρατιωτικοί μου έδιναν συγχαρητήρια. Τότε αισθανόμουν ότι ήμουν κάποιος, ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, τα «παλιοκουμμούνια», όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Ενιωθα περήφανος. Ημουν και εγώ φασίστας».

Οκτώ ημέρες αργότερα, κάτι θα σπάσει μέσα του. Το φρόνημά του θα κλονισθεί, όταν θα δει τον «εθνοσωτήρα» να καθαιρείται και να περιφρονείται από τους συνοδοιπόρους του, αυτούς που πιο πριν ορκίζονταν στο όνομά του.
 «Την επόμενη εβδομάδα έγινε η στάση του Ιωαννίδη. Ημουν πάλι σε επιφυλακή. Μας πάνε στο ΓΕΣ. Στο προαύλιο λάβαμε θέσεις. Δεν ξέραμε γιατί πήγαμε εκεί. Δεν μας είπαν. Γυρνώντας στο Γουδί μάθαμε ότι "έριξαν" τον Παπαδόπουλο» αναφέρει ο κ. Σκευοφύλαξ. 
«Τότε μέσα μου κάτι άλλαξε. Αυτοί που τον παρουσίαζαν σαν θεό, τώρα τον έβριζαν. Δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό. "Μα είναι τόσο πουλημένοι όλοι τους;»"αναρωτήθηκα. Αυτοί πάνε όπου φυσάει ο βοριάς. "Πουλημένα τομάρια" είπα μέσα μου. Θυμάμαι ότι ο Μιχάλης Γουνελάς παρέδωσε τα γαλόνια του στους άνδρες της ΕΣΑ, που ήρθαν στο Κέντρο και τον συνέλαβαν».

Με τη Μεταπολίτευση ο στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ θα βρεθεί στα σύνορα. «Ο Καραμανλής είχε πει "τα άρματα στα σύνορα"
Ηταν τα γεγονότα της Κύπρου. Πήγαμε Αλεξανδρούπολη. Μετά από έξι μήνες πήρα άδεια. Αντί να απολυθώ στους 22 μήνες, έφτασα στους 30. Εφεδρεία στην εφεδρεία. Οταν απολύθηκα, όλα είχαν αλλάξει μέσα μου».

Στη Δυτική Αθήνα, όπου κατοικούσε με τους γονείς και τα δύο αδέλφια του, θα αναζητήσει δουλειά. «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εκανα όποια δουλειά μπορείς να φανταστείς. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν μπορώ να έχω τα ίδια αιτήματα με τους εργοδότες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές KKE»!
Ολα αυτά τα χρόνια ο κ. Σκευοφύλαξ θα κάνει μια ήρεμη ζωή. Σπίτι – δουλειά, δουλειά – σπίτι. 
Ποτέ δεν θα μιλήσει για το Πολυτεχνείο. Δεν θα αισθανθεί να τον ενοχλούν. Μόνο μία φορά το επώνυμό του τον έφερε σε δύσκολη θέση. «Στη δουλειά πριν από χρόνια κάποιος άκουσε πώς με λένε και ρώτησε αν έχω κάποια σχέση με τον «πορτάκια», όπως είπε, του Πολυτεχνείου. "Ξάδελφός μου είναι, μακρινός. Σκοτώθηκε σε τροχαίο" απάντησα. Είμαι ένα άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρονών. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο! Οι φίλοι μου δεν ξέρουν ποιος είμαι ούτε κανείς στη γειτονιά. Μόνο η γυναίκα μου το ξέρει. Της το είπα ύστερα από χρόνια. Στα παιδιά μου δεν το είπα ακόμη».

1973-2003. 
Με μια αυτοκριτική διάθεση που σπανίζει, ο κ. Σκευοφύλαξ δεν θα διστάσει να πει: «Ντρέπομαι γι’ αυτό που ήμουν, γι’ αυτό που έκανα. Στη θέση μου θα μπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήμουν άλλωστε. Δεν με απαλλάσσει όμως αυτό. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου».
Για τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στη χούντα, ο κ. Σκευοφύλαξ θα μιλήσει με κολακευτικά λόγια. «Είχαν μεγάλη ψυχή. Ηταν παλικάρια. Δεν ξέρω αν έχει νόημα, αλλά θα ήθελα να τους πω μια μεγάλη συγγνώμη». Ο οδηγός του τανκ που μπήκε στο Πολυτεχνείο δεν θα ξεχάσει τη νεαρή φοιτήτρια που τραυματίστηκε σοβαρά κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια – σήμερα – του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Πέπη Ρηγοπούλου. «Πιστεύω ότι αν τη δω σήμερα, δεν θα ξέρω τι να της πω. Πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια πέρασε από το μυαλό μου να τη συναντήσω, αλλά σταματούσα. Θα ήθελα να τη δω, να της πω… Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις».
Πηγή: (ΤΟ ΒΗΜΑ)

Από Χρήστος Ζουλιάτης

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

- Μπορώ να σε κρατώ από το χέρι, αν δε μας σκοτώσουν.. Βεβαίως, Πιάσου από το μπράτσο μου..

 


Μια απλή μαρτυρια ,που τη γνωρίζουν μόνο όσοι ήταν εκεί...
Την Παρασκευή το απόγευμα βγήκαμε και πήγαμε γρήγορα στο σπίτι για ένα μπάνιο, 3 μέρες απλητοι . Εξάλλου δίπλα ήταν Μπενάκη 100.
Η μητέρα μου μας έδωσε μια παλιά γκρίζα κουβέρτα, που την εβαζε στο τραπέζι πάνω για να σιδερωνει, δεν είχαμε τότε σιδερωτηρια, και μας είπε: Πάρτε τη για το βράδυ , ολοκρυοτοι είστε, δύο βράδια άυπνοι.
Και μια τσάντα λεμόνια, που μας είπαν , ότι ήταν καλά να τα μυρίζετε , όταν πέφτουν τα δακρυγόνα.
""Να προσέχετε παιδιά μου""
Τίποτα άλλο. Τι άλλο θα μπορούσε να μας πει μια Επονιτισα μάνα?
""Έλα, ρε μάνα , παιδιά είμαστε?""

Ίσα ίσα που προλάβαμε και μπήκαμε μέσα, πριν κλείσουν για βράδυ οι πόρτες.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά απόψε. Στεκομουνα με τον αδελφό μου, τον Θεοφιλο , τη Φώφη, τον Δημόπουλο, δε θυμάμαι πια με πόσους άλλους.
Η κούραση από το ξενύχτι δύο ημερών, τα βράδυα στις συνελεύσεις, και το πρωί οι φωνές και τα συνθήματα, είχε κάνει την εμφάνιση της.
Ήξερα ότι είχα πάει εκεί με την ψυχή μου.
Κανείς δε θα μπορούσε να με πείσει να αποχωρήσω.
Δεν μπορούσα να χωνέψω την άποψη της προβοκάτσιας. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά.
Όμως να ξέρετε τα βράδια στις συνελεύσεις κι εκείνη ακόμα την ώρα χωρισμένοι είμαστε.

Τα δακρυγόνα έπεφταν από νωρίς. Αναβαμε φωτιές και χυναμε νερά. Μια λασπουρια όλα.
Ο Λαλιώτης έκανε διαπραγματεύσεις στην κεντρική πύλη.
Τότε ήρθε η Νάντια (Βαλαβάνη) και μου είπε:
Θα πιάσετε μπράτσο με μπράτσο ,τα Κρητικακια μπροστά στη μικρή πόρτα που θα ανοίξει σε λίγο, που ήταν δίπλα στη μεγάλη πύλη. Θα κάνετε διάδρομο, περιφρουρημενο, και θα περάσουν λίγα φορεία με τραυματίες που έχουμε.
Εσείς ότι και να γίνει, ότι και να δείτε ,θα τραγουδάτε "το γελαστό παιδί".
Θυμάμαι πιαστηκαμε με το Θεόφιλο και τη Φώφη, Ταμιωλακη, και αρχίσαμε να τραγουδάμε.
Πόσο θαθελα να υπήρχε κάπου ένα μαγνητόφωνο, και να το ' χε γράψει.
Να ακούσετε πως τραγουδούσαν κάποια εικοσάχρονα, με μια φωνή που δε βγαίνει , γιατί είχε κλείσει πια 3 μέρες από τα συνθήματα και τα τραγουδια, για τα γελαστά παιδιά, που είχε παγώσει πια το χαμόγελο στο πρόσωπο τους. Πώς τραγουδάει κάποιος χωρίς φωνή!!!
Ψωμί παιδεία Ελευθερία!
Πότε θα κάνει ξαστεριά!!!
Μπροστά μας πέρασαν τα φορεία. Τα φέρετρα θα πρεπε να πω καλύτερα.
Γιατί ήταν σκεπασμένα τα πρόσωπα με σεντόνια?
Γύρισα και ρώτησα το Θεόφιλο.
Κοιταχτηκαμε. Δε μιλήσαμε.
Παγωσαμε προς στιγμήν.
Πεισμωσαμε. Και συνεχίσαμε να τραγουδάμε πιο δυνατά.
Πολύ αργότερα το τανκ άναψε τα φώτα του, και καταλάβαμε ότι θα έμπαινε μέσα.
Τραβηχτηκαμε βίαια πίσω.
Εκεί λύθηκαν τα χέρια μας με το Θεόφιλο. Δεν τον ξαναείδα. Χαθήκαμε.
Η πόρτα έπεσε πάνω στο αμάξι του πρύτανη.
Ήμουν τέσσερα μέτρα πίσω,κι όλα τα παιδιά, που ήταν στα κάγκελα δεξιά κι αριστερά της πόρτας τραβήχτηκαν και προχωρούσαν στον κεντρικό διάδρομο της αυλής.
Γλυστρησα στη λάσπη κι έπεσα κάτω.
Με πατούσαν και σκεφτόμουν δύο πράγματα.
α) Τώρα θα πεθάνω
β) Αν κατορθώσω , να στηριχτώ στα χέρια μου, και να κάνω έτσι με το κορμί μου ένα κεκλειμενο επίπεδο μπορεί και να ζήσω, γιατί δε θα μου πατήσουν το κεφάλι.
Κατάφερα και το κανα. Με πατούσαν παντου , μέχρι τη μέση, και μετά καταλάβαιναν εκεί κάτω είναι άνθρωπος , κι είτε σκουντουφλουσαν κι έπεφταν , είτε με πηδούσαν.
Όταν πέρασε κι ο τελευταίος, και μπήκε και το τανκ και σταμάτησε , πίσω μου, σηκώθηκα σιγά σιγά με όση δύναμη μου είχε μείνει.

Τα είχα χάσει όλα. Δεν είχα τίποτα. Την κουβέρτα, το ταγαρι μου, που μέσα είχε την ταυτότητα μου, τα κλειδιά μου, το πορτοφόλι , την ατζέντα μου... Καταλαβαίνετε τι σήμαινε αυτό. Τι απειρία , να πηγαίνω σε κατάληψη , κρατώντας όλα αυτά επάνω μου.Τα ρούχα μου ήταν όλα μια λάσπη.
Αλλά εμένα , αυτό που με απασχολούσε εκείνη την ώρα, ήταν ότι είχα χάσει τα μυωπικα γιαλιά μου, που μου έπεσαν πεφτοντας και δεν είχε μείνει ούτε ίχνος.
Δεν εβλεπα τη μύτη μου.
Σκουντουφλοντας έφτασα στο αριστερό κτίριο , που είχαν μαζευτεί παιδιά, και ειπα στο διπλανό μου άγνωστο νεαρό.
- Μπορω να σε κρατώ από το χέρι, αν δε μας σκοτώσουν, γιατί δε βλέπω τίποτα χωρίς γιαλιά?
Και μου είπε:
Βεβαίως . Πιάσου από το μπράτσο μου. Μη φοβάσαι τίποτα. Έχω μαύρη ζώνη καράτε.
Χαχαχαχα! Γελάω τώρα!
Θυμάμαι ότι και τότε γέλασα. Και σκέφτηκα.
Φαίνεται πρώτη φορά , του ζήτησε κορίτσι να τον πιάσει από το χέρι.
Τώρα συλλογιζουμε ότι και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου, πάντα υπήρχε παραδίπλα το γέλιο.
Κι επίσης έχω ένα φίλο καλό, που όταν του λέω κάποιο πρόβλημα, πάντα μου λέει ήρεμα: "Μη φοβάσαι τίποτα. Μη φοβάσαι. "
Περίεργη που 'ναι η ζωή.
Έτσι λοιπόν αυτό το νεαρό παιδί, με οδήγησε έξω.
Δεν ξέρω ποιος είναι.
Ούτε αν ζει.
Βγηκαμε από την κεντρική πύλη, σκονταφτοντας, στα κάγκελα, στο αυτοκίνητο.
Όσοι βγηκαν από τις πλαϊνές , τους περίμεναν οι κλούβες. Συνελήφθηκαν όπως κι ο Θεόφιλος, που βγήκε απ' την Τοσίτσα.
Καταφέραμε και φθάσαμε σε μια πολυκατοικία, που είχε την πόρτα της ανοιχτή , στη Στουρνάρα , και στοιβαγχτηκαμε σ' ένα φιλόξενο διαμέρισμα και στο διπλανό, που έγραφε στο κουδούνι, Τραϊφόρος, Βέμπο.
Δεν θα συνεχίσω άλλο....
Ίσως δεν έπρεπε να γράψω ούτε αυτά.
Ίσως έπρεπε να γράψω μόνο.
ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΖΕΙ!
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ!!!
Χαρα Τρουλλινου

                              **************************************** 

και από την σΜαρια Δημητρουκα

38 λ. 
Νοέμβρης 73 και κάθε Νοέμβρης..
-----------------------------------------------
Κείνη τη νύχτα, π ανάψαν οι φωτιές,
μάθαμε ν αχνίζουμε το τζάμι για τετράδιο
και να μιλάμε χαμηλά, όταν περνούν χωροφυλάκοι..
--------------------------
Σε γνώρισα!
Ήσουν εσύ, που κείνο το ματωμένο πρωϊνό
μου χάρισες ένα πικρό γαρύφαλλο..
---------------------------
Περνούσες πάντα κείνον το δρόμο, σφυρίζοντας.
Κάποτε, ακούστηκε να τραγουδάς.
Μετά, δεν ξαναφάνηκες.
Κι όλοι συμφώνησαν, σιωπηλά,
πώς χάθηκες τη μέρα που τραγούδησες..
------------------------------------------------------------------------------
Πολλά καρφιά μπηγμένα στο μυαλό μου.
Στη μήτρα το ηλεκτροσόκ.
...Σκοτεινή κλούβα που μας πήγαινε.
Οι φίλοι μου κομματιασμένοι στην πόρτα του Γκρήν πάρκ
στην οδό Μαυροματαίων.
Κάποτε, πρέπει να χα χέρια.
" Μη μαρτυρήσεις ρε!!!!!"
Το αίμα, έχει γεύση κοκκινη.
" Δεν ξέρω τίπποτα"..Μόνο, πως με φοβάσαι..
Πίσω στο σπίτι, ένα μικρό παιδί, θα κλαίει..
----------------------------------------------------
" Φυλάξου Μαίρη" μόνο προλαβες να πείς.
Στην τρίτη νεραντζιά αριστερά μπαίνοντας στο Πολυτεχνείο..
--------------------------------------------
Τάχα, πού παιζουν τα παιδιά ετούτον τον χειμώνα;
Τα πάρκα γίναν πολεμίστρες..
----------------------------------------------------
Δός μου το χέρι σου.
Άσε τα πόδια σου γυμνά μες το νερό.
Μην σφίγγεις τα χείλη.
Κλείσε τα μάτια.
Κι άκου, για μια ακόμη φορά, την πικρή μα γενναία ιστορία της νειότης μου.
.......Ημουν, εικοσιτριών χρόνων..

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Για το «μύθο» των Νεκρών του Πολυτεχνείου


Από Viva La Revolucion: Για το «μύθο» των Νεκρών του Πολυτεχνείου

16 Νοεμβρίου, 2016

Για το «μύθο» των Νεκρών του Πολυτεχνείου


Οι “ανύπαρκτοι” νεκροί του Πολυτεχνείου…
Τα θρασίμια έδρασαν και χτες. Ένας διαδικτυακός εσμός απαρτιζόμενος από ναζί, φασίστες, χουντόφρονες, κουκουλοφόρους, χρυσαυγιτοειδή με πολιτικά και «Μπαλτακοειδή» που κοσμούν ακόμα και κόμματα του «συνταγματικού τόξου», επανήλθαν: «Ανύπαρκτοι οι νεκροί του Πολυτεχνείου», γαυριούν. «Προπαγάνδα αριστερών δογμάτων ο μύθος του Πολυτεχνείο», κραυγάζουν...
    Η ιστορική παραχάραξη στην υπηρεσία της πολιτικής αφασίας. Το ψέμα στην υπηρεσία της πολιτικής μαυρίλας. Η ιστορική παραμόρφωση στην υπηρεσία του «πες – πες κάτι θα μείνει».
    Απέναντι στην χυδαιότητα των μελανοχιτώνων που ακόμα και σήμερα τα Μακρονήσια τα εμφανίζουν σαν «Νέους Παρθενώνες», τους Αι-Στράτηδες σαν «τόπους παραθερισμού», τη χούντα του ΕΑΤ – ΕΣΑ και της προδοσίας της Κύπρου σαν «εθνοσωτήριον επανάστασιν» και το Πολυτεχνείο σαν «μύθο», η μόνη απάντηση ήταν, είναι και θα είναι η αλήθεια.
    Η στήλη σήμερα αναδημοσιεύει ένα κείμενο που φιλοξενήθηκε από το «enikos.gr» εδώ στην ίδια θέση, πέρσι, στις 15/11/2013. Είναι – δυστυχώς – εξίσου επίκαιρο και φέτος
***
Υπήρχαν νεκροί στο Πολυτεχνείο;
Ο υποφυρερίσκος της Χρυσής Αυγής, ο Παπάς, με τη σημαία του…

Κάποτε ρώτησαν τον Γκέμπελς αν υπήρχαν κρεματόρια κι αν οι ναζί είχαν επιδοθεί στην εξολόθρευση των Εβραίων. 
Κι εκείνος απάντησε: «Αδύνατον, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα το γνώριζα»! 
Η ιστορία του γκεμπελισμού είναι επομένως παλιότερη των αποβρασμάτων που την υπηρετούν. 
Η διαφορά πλέον είναι ότι ο γκεμπελισμός πέραν των παλιών μεθόδων, αξιοποιεί και νέες μορφές διάχυσής του, όπως για παράδειγμα αυτός ο παράλληλος και συχνά ανεξέλεγκτος κόσμος του διαδικτύου. 
Όποιος επιχειρήσει να σερφάρει τούτες τις μέρες της επετείου του Πολυτεχνείου στο διαδίκτυο θα διαπιστώσει ότι είναι αδύνατον να μείνει ανέγγιχτος από τα βρομόνερα του γκεμπελισμού. 
Η προσφιλής ενασχόληση των διαδικτυακών «ΕΣΑτζήδων» είναι  η διακίνηση της θεωρίας πως «δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο» και πως «οι νεκροί  του Πολυτεχνείου είναι μύθος»…
Πηγή αυτής της προβοκατόρικης παραχάραξης της Ιστορίας και της αλήθειας είναι η ναζιστική Χρυσή Αυγή και η συναφής με αυτήν χορωδία του εθνικισμού, που εξυμνεί τη χούντα των συνταγματαρχών. 
Μάλιστα τα ηγετικά κλιμάκια της Χρυσής Αυγής είχαν φροντίσει  ήδη από πέρσι να δώσουν και μια διάσταση «ντοκουμενταρισμένης» άρνησης της δολοφονίας πολιτών από τη χούντα στο Πολυτεχνείο, γεμίζοντας την Αθήνα με τρικάκια στα οποία έγραφαν: «Πολυτεχνείο – Ζητούνται νεκροί – Ο ευρών αμοιφθήσεται» και «Όχι στο παραμύθι του Πολυτεχνείου – Όχι στους ψεύτικους νεκρούς»….   
 Μη δίνετε σημασία στην ορθογραφία των χρυσαυγιτών, λάθη συμβαίνουν, πόσο μάλλον όταν είσαι «ούγκανος» της συνομοταξίας του «εγέρθητου». Η ουσία, εν προκειμένω, βρίσκεται στο τι λένε και όχι στο πώς το γράφουν…
Θα πει κανείς ότι το να απαντάς σε τέτοιες αθλιότητες είναι σαν να χαραμίζεις χρόνο για να υποστηρίξεις ότι «η Γη γυρίζει». 
Εντούτοις υπάρχουν ιστορικές περίοδοι που πρέπει να μάχεσαι ακόμα και για το αυτονόητο. 
Ειδάλλως με την ίδια ευκολία που οι άνθρωποι μαθαίνουν ότι 2+2 κάνει 4 μπορεί να διαπιστώσεις ότι κάποιοι τους έχουν πείσει πως δεν κάνει 4, αλλά 5. Τέτοια στιγμή είναι όταν ο φασισμός επιδιώκει να φυλακίσει στο βάλτο του τη «Γη» για να μην γυρίζει, την Ιστορία για να μην διδάσκει και το μυαλό των ανθρώπων για να μην σκέφτεται.
Υπήρχαν, λοιπόν νεκροί στο Πολυτεχνείο;
Τα στοιχεία που θα παρουσιάσουμε δεν είναι άγνωστα (είχε γίνει ανάλογη μνεία στον «Ριζοσπάστη» στις 15/11/2012), περιλαμβάνονται στο κομμάτι της ιστορικής έρευνας του «Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών» με τίτλο «Τεκμηριώνοντας τα γεγονότα του Νοεμβρίου 1973» που αφορά στους νεκρούς του Πολυτεχνείου κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και αμέσως μετά την καταστολή της.
 Εκ τω προτέρων σημειώνουμε ότι δεν θα αναφερθούμε και στους 88  εκ των δολοφονημένων από τη χούντα που μνημονεύονται στην επέτειο του Πολυτεχνείου, ούτε σε προσωπικές μαρτυρίες (πλην αυτής που αφορά στον δολοφόνο Ντερτιλή), ούτε στους (πιστοποιημένα) 1.103 τραυματίες των γεγονότων του Πολυτεχνείου.
Μένουμε στην έρευνα του «Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών» και καταγράφουμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
  • Διομήδης Κομνηνός του Ιωάννη, 17 ετών, μαθητής, κάτοικος Λευκάδος 7, Αθήνα. Στις 16/11/1973, μεταξύ 21.30 και 21.45, στη διασταύρωση των οδών Αβέρωφ και Μάρνη τραυματίστηκε θανάσιμα στην καρδιά από πυρά της φρουράς του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε νεκρός στο «Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών».
  • Toril Margrethe Engeland του Per Reidar, 22 ετών, φοιτήτρια από το Molde της Νορβηγίας. Στις 16/11/1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο στήθος από πυρά της φρουράς του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ» και αργότερα, νεκρή ήδη, στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του ΙΚΑ.
  • Βασίλειος Φάμελλος του Παναγιώτη, 26 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από τον Πύργο Ηλείας, κάτοικος Κάσου 1, Κυψέλη, Αθήνα. Στις 16/11/1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της φρουράς του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε νεκρός στο «Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών».
  • Γεώργιος Σαμούρης του Ανδρέα, 22 ετών, φοιτητής Παντείου, από την Πάτρα, κάτοικος πλατείας Κουντουριώτου 7, Κουκάκι. Στις 16.11.1973 γύρω στις 24.00, ενώ βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου (Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων), τραυματίστηκε θανάσιμα στον τράχηλο από πυρά της αστυνομίας. Μεταφέρθηκε νεκρός στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του ΙΚΑ.
  • Δημήτριος Κυριακόπουλος του Αντωνίου, 35 ετών, οικοδόμος, από τα Καλάβρυτα, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Κατά τις βραδινές ώρες της 16/11/1973, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, χτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, συνεπεία των οποίων πέθανε, από οξεία ρήξη αορτής, ενώ μεταφερόταν στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ερυθρού Σταυρού.
  • Σπύρος Μαρίνος του Διονυσίου, 31 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από την Εξωχώρα Ζακύνθου. Στις 16/11/1973, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Μεταφέρθηκε στο Θεραπευτήριο Πεντέλης, όπου πέθανε τη Δευτέρα 19/11/1973, από οξύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
  • Νικόλαος Μαρκούλης του Πέτρου, 24 ετών, από το Παρθένι Θεσσαλονίκης, κάτοικος Χρηστομάνου 67, Σεπόλια, Αθήνα, εργάτης. Στις 17/11/1973, στην πλατεία Βάθη, τραυματίστηκε στην κοιλιά από ριπή στρατιωτικής περιπόλου. Μεταφέρθηκε στο «Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών», όπου πέθανε τη Δευτέρα 19/11/1973.
  • Στυλιανός Καραγεώργης του Αγαμέμνονος, 19 ετών, οικοδόμος, κάτοικος Μιαούλη 38, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 10.15 το πρωί της 17/11/1973, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στην οδό Πατησίων, μεταξύ των κινηματογράφων «ΑΕΛΩ» και «ΕΛΛΗΝΙΣ», τραυματίστηκε από ριπή πολυβόλου που έριξε εναντίον τους περίπολος πεζοναυτών που επέβαινε τεθωρακισμένου οχήματος. Μεταφέρθηκε στο ΚΑΤ, όπου εξέπνευσε στις 30/11/1973.
  • Μάρκος Καραμανής του Δημητρίου, 23 ετών, ηλεκτρολόγος, από τον Πειραιά, κάτοικος Χίου 35, Αιγάλεω. Στις 17/11/1973, επί της πλατείας Αιγύπτου, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του ΟΤΕ. Στην κλινική «Παντάνασσα» (πλατεία Βικτορίας) διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
  • Αλέξανδρος Σπαρτίδης του Ευστρατίου, 16 ετών, μαθητής, από τον Πειραιά, κάτοικος Αγίας Λαύρας 80, Αθήνα. Στις 10.30 με 11.00 περίπου το πρωί της 17/11/1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Κότσικα, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του ΟΤΕ. Με διαμπερές τραύμα μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου τον βρήκε νεκρό ο πατέρας του.
  • Αλέξανδρος - Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας, 43 ετών, Αφγανός τουρκικής υπηκοότητας, κάτοικος Μύρων 10, Αγιος Παντελεήμονας, Αθήνα. Στις 13.00, της 17/11/1973, ενώ βάδιζε με τον 13χρονο γιο του στη διασταύρωση των οδών Χέιδεν και Αχαρνών, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από ριπή μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε απευθείας στο νεκροτομείο, όπου πιστοποιήθηκε ο θάνατος του.
  • Ανδρέας Κούμπος του Στέργιου, 63 ετών, βιοτέχνης, από την Καρδίτσα, κάτοικος Αμαλιάδος 12, Κολωνός. Γύρω στις 11.00 με 12.00 της 18/11/1973, στη διασταύρωση των οδών Γ' Σεπτεμβρίου και Καποδιστρίου, τραυματίστηκε στη λεκάνη από πυρά μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Εξέπνευσε στο ΚΑΤ στις 30/1/1974.
  • Μιχαήλ Μυρογιάννης του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12.00 το μεσημέρι της 18/11/1973, στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά περιστρόφου αξιωματικού του Στρατού (αυτουργός ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ντερτιλής). Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο «Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών», όπου πέθανε αυθημερόν.
Ο κατάλογος που προηγήθηκε είναι ενδεικτικός. Στα θύματα που περιλαμβάνει πολλά από αυτά δολοφονήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, την πέραν του Πολυτεχνείου, κατά τη διάρκεια του γενικευμένου πογκρόμ καταστολής που είχε εξαπολύσει η χούντα.
Τέτοιες ήταν, για παράδειγμα, οι δολοφονίες
  • του Κυριάκου Παντελεάκη, εκτελεσμένου στις 18/11/1973 από πυρά άρματος μάχης στην Πατησίων,
  • του Ευστάθιου Κολινιάτη που κτυπήθηκε στις 18/11/1973 από αστυνομικούς,
  • του Σπυρίδωνα Κοντομάρη (πρώην βουλευτής Κερκύρας) που χτυπήθηκε από την Αστυνομία,
  • του Σωκράτη Μιχαήλ που τον χτύπησαν στην οδό Μπουμπουλίνας στις 16/11/1973,
  • του Δημήτρη Θεοδώρα που γαζώθηκε στις 17/11/1973 από πυρά στρατιωτικής περιπόλου,
  • του Αλέξανδρου Παπαθανασίου που εκτελέστηκε από τα πυρά των αστυνομικών του ΙΣΤ' Αστυνομικού Τμήματος Αθήνας...
Τα θρασίμια του ναζισμού, απέναντι στα προηγούμενα έχουν το εξής «επιχείρημα»: «Αυτοί – λένε - δεν είναι νεκροί  του Πολυτεχνείου, γιατί δεν ήταν μέσα,  ήταν "έξω" από το Πολυτεχνείο»!
Από μια άποψη… πάλι καλά. 
Γιατί αυτοί – οι ναζί – είναι ικανοί να ισχυριστούν ακόμα και αυτό: Οτι οι «έξω» από το Πολυτεχνείο δεν δολοφονήθηκαν, επειδή ήταν «έξω»!. 
Ότι επειδή ήταν «έξω» δεν εκτελέστηκαν από τη χούντα στο πλαίσιο της καταστολής της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. 
Κατά τους ναζί μπορεί, ενδεχομένως, να «σκόνταψαν» και να «χτύπησαν μόνοι τους»...
Ντερτιλής – Μιχαλολιάκος, Δεκέμβρης 2012…
Ας πάρουμε, όμως, ένα δείγμα, για το τι πραγματικά συνέβη με τους «έξω» από το Πολυτεχνείο:
 To μεσημέρι της 18ης Νοέμβρη 1973, ο ταγματάρχης Ντερτιλής (αυτός με τον οποίο φωτογραφιζόταν πριν μερικούς μήνες ο Μιχαλολιάκος κρατώντας του σεβάσμια το χέρι) βρισκόταν με το υπηρεσιακό του τζιπ έξω από την κατεστραμμένη πύλη του Πολυτεχνείου. 
Απέναντι, Πατησίων και Στουρνάρη, οι αστυφύλακες χτυπούσαν ένα νεαρό, που προς στιγμήν τους ξέφυγε. Όχι όμως κι από τον Ντερτιλή. 
Ο Ντερτιλής έβγαλε από το μπουφάν το περίστροφο και πυροβόλησε. «Ο νεαρός έπεσε σαν κοτόπουλο», περιγράφει στην κατάθεσή του ένα χρόνο αργότερα ο οδηγός του Ντερτιλή - ο 21 ετών τότε Αντώνης Αγριτέλης - 
και συνεχίζει: «Μετά το φόνο ο Ντερτιλής σαν να μη συνέβαινε τίποτα μπήκε στο τζιπ και χτυπώντας με στην πλάτη μου είπε: 
"Με παραδέχεσαι, ρε; Σαράντα πέντε χρονών άνθρωπος και με τη μία στο κεφάλι!"»...
Αυτός είναι ο «μύθος» των νεκρών του Πολυτεχνείου. Αυτή ήταν η χούντα των «Ντερτιλήδων». Αυτά είναι και τα ναζιστοειδή της Χρυσής Αυγής που την εκπροσωπούν σήμερα.
Ο Ντερτιλής επί τω έργω, αλλά «έξω» από το Πολυτεχνείο …

Το πώς έδρασαν εκείνη τη νύχτα του χουντικά Τάγματα Ασφαλείας, το περιγράφει χαρακτηριστικά ο Τσεβάς, όταν λέει ότι μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου τα μεσάνυχτα:
«Μετά τινας ώρας κηρύσσεται ο στρατιωτικός νόμος και νέον ανοίγει κεφάλαιον δολοφονιών και αιμάτων. Αστυνομικοί πυροβολούν εν ψυχρώ ανύποπτους διαβάτας, ενώ τα επί των κεντρικών αρτηριών των Αθηνών κινούμενα άρματα μάχης σκορπίζουν τον θάνατον. Οι επ’ αυτών πυροβοληταί ασκούνται εις την σκοποβολήν επί κινουμένων ανθρωπίνων στόχων. Πυροβολούντες κατά τρόπον σκληρόν και ανάγλητον…..«
«Δείγμα μικρόν της κρατούσης κατά τας φοβέρας εκείνος στιγμάς καταστάσεως αυθαιρεσίας και ανευθυνότητος αντλείται εκ της καταθέσεως του Αστυνομικού Διευθυντού Αθηνών.
Υποστηρίζονται ούτω υπ’ αυτού, πλην άλλων και τα εξής: 
«Την 19ην ώραν της Κυριακής 18-11-1973 εκλήθην εις την ΑΣΔΕΝ, ίνα μετάσχω συσκέψεως. Με συνώδευσεν ο Αστυνομικός Διευθυντής Καραθανάσης. Συνεκεντρώθημεν περί τους 15 Αξιωματικοί Αστυνομίας και Στρατού. Παρευρέθησαν και οι επί κεφαλής στρατιωτικών μονάδων, εκ των διατεθέντων εις το Πολυτεχνείον. Της συσκέψεως προήδρευσεν ο Στρατηγός Μαυροειδής. Προ πάσης συζητήσεως ηγέρθην και διεμαρτυρήθην εντόνως δια τους άσκοπους πυροβολισμούς, ειπών ότι είναι απαράδεκτον να πυροβολούν τα τανκς στο γάμο του Καραγκιόζη και να σκοτώνεται ο κόσμος. 
Ο Στρατηγός εθύμωσεν με την διατύπωσίν μου και με παρετήρησεν αυστηρά, προσθέσας ότι δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός μου και ότι έχει δώσει εντολήν και έχουν σταματήσει οι άσκοποι πυροβολισμοί. 
Την στιγμή εκείνην ηκούσθη ριπή πολυβόλου πλησίον μας εις την περιοχή Πλάκας. Τον ηρώτησα με σχετικήν αυθάδειαν «αυτό τι είναι Στρατηγέ»;. 
Έγινε ωχρός και διέταξεν άμεσον έρευναν. Διεπιστώθη ότι είχεν πυροβολήσει Ανθυπολοχαγός. Επείσθην ότι άλλα διέτασσεν ο Στρατηγός και άλλα εποίουν οι υπό τας διαταγάς του»!

Ακούστε την φετινή Ελληνοφρένεια 17/11/2025