Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για τις Σημαίες μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για τις Σημαίες μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Μονάχα με κοιτούσε με τα υγρά του ματάκια και ψέλλιζε μάμι μάμι...

Από Yianis Makridakis
2 ώρ. ·
Το πουλάκι μου, μόνο στην αγκαλιά μου ησύχαζε. Ήτανε παγωμένο και έτρεμε σύγκορμο το κορμάκι του. Μόνο μάμι μάμι έλεγε, ούτε να κλάψει δεν είχε κουράγιο πια.
Είναι σε σοκ, μου είπε η κοπελιά με την άσπρη ρόμπα, που το είχε βάλει πριν από λίγα λεπτά στον αξονικό τομογράφο. Σε μεγάλο σοκ. Για αυτό δεν κούνησε καθόλου, ήτανε σαν μαρμαρωμένο στον αξονικό και τελειώσαμε γρήγορα. Έχει τραυματιστεί στον αυχένα. Κρατήστε το, αν θέλετε, να το παρηγορήσετε, αφού μόνο στην αγκαλιά σας ηρεμεί.
Το κράτησα, τι να έκανα.
Το πουλάκι μου
Εγώ βρέθηκα εκεί από τύχη. Μια ξαφνική αδιαθεσία με έστειλε στα επείγοντα εκείνη τη νύχτα. Εβδομηνταδύο χρόνων γυναίκα είμαι, φοβήθηκα, μένω και κοντά στο νοσοκομείο. Πήγα να με κοιτάξουνε. Έχω πάει κι άλλες φορές και ξέρω πόσο καλοί και εξυπηρετικοί είναι οι άνθρωποι εκεί. Με ηρεμούνε και φεύγω.
Προχτές όμως δεν πρόλαβαν να με εξετάσουνε. Ξαφνικά, εκεί που περίμενα τη σειρά μου, αρχίσανε να καταφτάνουνε τα φορεία.
Το ένα μετά το άλλο.
Τα σπρώχνανε άνθρωποι με τα ρούχα τους τα σπιτικά, όχι με ρόμπες.
Στην αρχή δεν κατάλαβα τι είχε γίνει, νόμιζα πως γινήκανε πολλά τρακαρίσματα μαζεμένα. Μετά είπανε για ναυάγιο.
Γέμισε στο λεφτό το νοσοκομείο. Άσπρες ρόμπες, πράσινες ρόμπες, πασούμια, φορεία, ανθρώπους που τρέχανε, ανθρώπους που βογγούσανε και κλαίγανε, παιδάκια πολλά, αχ τα πουλάκια μου. Ήτανε όλα τραυματισμένα και κλαίγανε τα ματάκια τους και φωνάζανε μάμι μάμι.
Πώς βρέθηκε άξαφνα μέσα στην αγκαλιά μου αυτό το μικρό αγοράκι, ούτε που το κατάλαβα.
Μου είχε περάσει η αδιαθεσία. Την είχα ξεχάσει δηλαδή. Σηκώθηκα μέσα σε όλον αυτόν τον μαύρο χαμό, για να βοηθήσω κι εγώ. Να κάνω ό,τι μπορούσα. Βοηθούσανε κι άλλοι άνθρωποι που ήταν εκεί. Άλλωστε και αυτοί που σπρώχνανε τα φορεία δεν ήξερες αν ήτανε νοσοκομιακοί ή άλλοι ανθρώποι που ήρθανε για βοήθεια. Με τα ρούχα τους, σαν που είχανε έρθει μέσα στη νύχτα από τα σπίτια τους, σπρώχνανε.
Πού είναι η μανούλα σου αγάπη μου, το ρωτούσα. Ποια είναι η μανούλα σου ψυχή μου;
Δεν καταλάβαινε το πουλάκι μου. Μονάχα με κοιτούσε με τα υγρά του ματάκια και ψέλλιζε μάμι μάμι.
Ευτυχώς, το τραύμα του στον αυχένα δεν ήτανε βαρύ. Εγώ το πήγα το πουλάκι μου στην Παιδιατρική κλινική. Εγώ το έβαλα στο κρεβατάκι που του δώσανε. Μου το άφησε η κοπελιά, η γιατρίνα, έξω από τον αξονικό τομογράφο και έφυγε τρέχοντας για να βάλει ένα άλλο παιδάκι μέσα, για ακτίνες. Μου είπε αφού σας λέει μαμά, κρατήστε το λίγο να το παρηγορήσετε. Το κράτησα, τι να κάνα. Σαν το εγγονάκι μου να 'τανε. Αλλά τότε θα ήξερα ποια είναι η μανούλα του και θα της το πήγαινα. Ο εγγονός μου είναι δεκαπέντε χρονών αλλά όταν ήτανε μικρός, έτσι τον είχα κι αυτόνε στην αγκαλιά μου όταν έλειπε η κόρη μου στη δουλειά της.
Μόλις άδειασε η αναπηρική καρέκλα, που φέρανε το άλλο παιδάκι για τις ακτίνες, είπα στον νοσοκόμο να κάτσουμε πάνω το πουλάκι μου και να το πάμε στην Παιδιατρική. Το έκατσα στην καρέκλα και του κρατούσα σε όλη τη διαδρομή το χεράκι του. Του έλεγα μη φοβάσαι αγάπη μου, μη φοβάσαι ψυχή μου, θα τη βρούμε τη μανούλα σου. Ο νοσοκόμος έσπρωχνε την αναπηρική με βήμα ταχύ, κι εγώ λάφαξα. Δεν μπορούσα όμως να μείνω πίσω. Έπρεπε να του κρατώ το χεράκι του και να του λέω πως θα τη βρούμε τη μανούλα του, για να είναι ήσυχο. Με κοιτούσε μέσα στα μάτια το πουλάκι μου συνέχεια.
Μόλις το βάλαμε στο κρεβάτι το σκέπασα με τα σκεπάσματα. Του τα κλείδωσα σφιχτά κάτω από το κορμάκι του, το πήρα μια σφιχτή αγκαλιά, του χάιδεψα τα μαλλάκια του και το φίλησα στο μέτωπο. Είπα την προσευχή μου και τρεξανε τότε για πρώτη φορά και τα δικά μου τα μάτια. Του εβρεξα τα μαγουλάκια του με τα δάκρυά μου. Θεέ μου μεγαλοδύναμε βοήθησε το κορμάκι Σου αυτό. Δεν έχει φταίξει σε τίποτα. Και όλα τα άλλα παιδάκια Σου Θε μου βοήθησέ τα απόψε.
Κοιμήθηκε το πουλάκι μου εξαντλημένο αμέσως. Ησύχασε η πνοούλα του.
Έφυγα από το νοσοκομείο ράκος
Αλλά η ψυχή μου ήτανε και είναι ακόμα στον ουρανό. Έτσι θα ναι και η ψυχή των γιατρών και των νοσοκόμων, σίγουρα. Θα πετάει στον ουρανό περήφανη για όλα αυτά που προσφέρανε.
Έμαθα πως ήτανε δώδεκα τέτοια αθώα παιδάκια μέσα στη βάρκα και δύο μες στην κοιλιά των μαμάδων τους που δεν άντεξαν. Από τα δώδεκα ζωντανά, ένα σκοτώθηκε και ένα το ψάχνουνε ακόμα, μέσα στην παγωμένη θάλασσα. Η μαμά του είναι στην εντατική, χαροπαλευει. Τι θα γινουνε αυτοί οι άνθρωποι; Τι θα γίνουμε όλοι μας Θεε μου;
Μα πώς έγινε αυτό το κακό; Δεν είναι άνθρωποι με ψυχή αυτοί που το κάνανε.
Έκανα δύο μέρες να συνεφέρω από την υπερένταση και να κατέβει η ψυχή μου από τα ουράνια. Χτες τηλεφώνησα στο νοσοκομείο και έμαθα πως είναι καλύτερα το πουλάκι μου. Τη μαμά του γυρεύει, μου είπε η νοσοκόμα.
Μάλλον σκοτώθηκε η μανούλα του. Σήμερα θα βάλω τα δυνατά μου, θα πάρω στα χέρια την ψυχή μου, ένα κουτάκι γλυκά, αναψυκτικά και ένα παιχνίδι, ένα αεροπλανάκι που έπαιζε μαζί του πριν λίγα χρόνια εγγονος μου και θα πάω στο νοσοκομείο, να το ξαναδώ το πουλάκι μου.
Να δω, θα με θυμηθεί;
Πιο καλά να μη με θυμηθεί.


                                    ******************************************
Manos Saridakis
2 ώρ. ·
Πριν ένα χρόνο κάποιος μηχανικός φωτισμού ισχυριζόταν ότι η έκρηξη στα Τέμπη οφειλόταν σε μετατροπή της κινητικής ενέργειας των τραίνων σε θερμική, “εξήγηση” που αναπαράχτηκε από πολλά μεγάλα ΜΜΕ. Από χτες, ένα Ναύαρχος εν αποστρατεία ισχυρίζεται ότι η σύγκρουση των δυο σκαφών στη Χίο οφείλεται στην αρχή Bernoulli, και συνεπώς δύο ομοπλέοντα σκάφη σε υψηλές ταχύτητες έλκονται πλευρικά, “εξήγηση” που αναπαράγουν κάποια ΜΜΕ (αυτή πρέπει να είναι η πιο βλακώδης εξήγηση στην Ιστορία των βλακωδών εξηγήσεων από καταβολής κόσμου). Καταλάβατε γιατί η διδασκαλία της Φυσικής πρέπει να είναι υποχρεωτική σε όλες τις τάξεις του σχολείου; Για να μπορούν οι πολίτες να αναγνωρίζουν την επιστημονικοφανή ψεκασμένη παλαβομάρα από την επιστημονική ανάλυση..

                                     *********************************************

"Το δικό μου κατακρεουργημένο πρόσωπο δε μετράει περισσότερο από το πρόσωπο που κατέσφαξε μια προπέλα του λιμενικού. Δε θα το επιτρέψω αυτό. Μόνο πάνω από το πτώμα μου."
Μια συγκλονιστική δήλωση από επιζώντα των Τεμπών που εκφράζει τον φόβο και την αγωνία του για τη ζημιά που έκανε στον αγώνα για δικαίωση και δικαιοσύνη η καπηλεία και οι ακροδεξιές θέσεις της Μαρίας Καρυστιανού.
"Το δικό μου κατακρεουργημένο πρόσωπο δε μετράει περισσότερο από το πρόσωπο που κατέσφαξε μια προπέλα του λιμενικού. Δε θα το επιτρέψω αυτό. Μόνο πάνω από το πτώμα μου.
Αναφέρω, για τα τυπικά, πως είμαι ο Αντώνης Αντωνίου, επιζών και πολυτραυματίας του κρατικού εγκλήματος των Τεμπών. Αναφέρω, για τα τυπικά, ότι η πληροφορία αυτή θα χρειαστεί παρακάτω.
Παρά τις απόψεις μου, πολιτικά και κοινωνικά, είμαι ένας πολύ μετριοπαθής άνθρωπος. Κρατώ τις απόψεις μου για τον εαυτό μου, και τις μοιράζομαι όταν είμαι απόλυτα σίγουρος για κάτι. Για όσα έχω γράψει, βάζω τα χέρια μου στη φωτιά, και το σπασμένο από το τρένο και το άθικτο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, παρατηρώ, καμιά φορά αμήχανα απραγής, τις κινήσεις του ανθρώπου που ο μέσος πολίτης έχει συνδέσει με τα Τέμπη. Της Μαρίας Καρυστιανού.
Είτε μ’ αρέσει είτε όχι (δε μ’ αρέσει), οι επιδιώξεις της έχουν φτάσει να ταυτίζονται με τις επιδιώξεις του κινήματος που ξεσήκωσαν τα Τέμπη. Κι εδώ είναι που βάζω τη δική μου κόκκινη γραμμή. Εδώ είναι που διαχωρίζω τη θέση μου. Όχι εξ ονόματός μου.
Όχι εξ ονόματός μου. Κανένας κρατικός θάνατος εξ ονόματός μου. Κανένας, καμία, τίποτα, δε θα φορτώσει σε μένα, έναν παραλίγο νεκρό του κράτους, άλλους δεκαπέντε νεκρούς του κράτους. Όχι εξ ονόματός μου.
Πριν σταθώ σε λέξεις και φράσεις από το χειρότερο, μέχρι το επόμενο, post της Μαρίας Καρυστιανού, να ξεκαθαρίσω κάτι, κάτι απαραίτητο και αδιαπραγμάτευτο. Ο αγώνας για τα Τέμπη δε σβήνει. Ο αγώνας φουντώνει. Οι άνθρωποι του αγώνα ανθίζουν. Έχω πεινάσει κι έχω χάσει ύπνο γι’ αυτό τον αγώνα. Έχοντας επίγνωση πόσο μικρή είναι η μάχη που έχω δώσει και δίνω μπροστά στη μάχη που έχουν δώσει άλλοι άνθρωποι των Τεμπών, δε γίνεται να επιτραπεί ο άθλος αυτός να καπηλευθεί, να αμαυρωθεί, να ποδηγετηθεί.
Είναι μια λυσσαλέα μάχη που δίνουμε με τον εαυτό μας, το κράτος, το οικονομικό και πολιτικό σύστημα που σκοτώνει παιδιά στις ράγες και στις ακτογραμμές. Απογορεύεται ρητά οι δικοί μας νεκροί να μετρήσουν περισσότερο από «τους άλλους». Απογορεύεται. Χωρίς ναι, μεν, αλλά. Απαγορεύεται.
Απαγορεύεται να ξεκινά μια δημοσίευση με δηλώσεις για «πόνο βαθύ», και η επόμενη λέξη που στέκεται δίπλα σε αυτές να είναι το «αλλά». Το ίδιο «αλλά» με το οποίο οι απολογητές της κυβέρνησης έντυσαν το συγχωροχάρτι που παλεύουν να χαρίσουν στην κυβέρνηση για 57 θάνατους και 150 και πλέον άδειες ζωές.
Το δικό μου κατακρεουργημένο πρόσωπο δε μετράει περισσότερο από το πρόσωπο που κατέσφαξε μια προπέλα του λιμενικού. Δε θα το επιτρέψω αυτό. Μόνο πάνω από το πτώμα μου.
Απαγορεύεται ένας πολίτης που κατηγορεί ευθέως τους νόμους και τους νομοθέτες, ένα βράδυ που πεθαίνει κόσμος που, αυτή τη φορά, δεν έχει σχέση με μας, να ζητά να τηρούνται οι νόμοι, «χωρίς να χωρεί αμφιβολία».
Όπως είπε, πολύ σωστά, ο Θοδωρής Ελευθεριάδης στην πιο πρόσφατη δημοσίευσή του:
«Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΜΠΗ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ.
Ανήκει στους νεκρούς μας και στους ζωντανούς που ζητούν δικαιοσύνη».
Και θα κλείσω εδώ.
Τα Τέμπη δεν ανήκουν σε κανέναν, καμία.
Οι νεκροί των Τεμπών κείτονται δίπλα από τις νεκρές της Βιολάντας, τα παιδιά και τις μανάδες της Χίου. Νεκροί από ένα σύστημα-φονιά.
Οι ζωντανοί και οι νεκροί δε θα δικαιωθούν μέχρι ο αγώνας για δικαιοσύνη να γίνει ο αγώνας για ισότητα. Μέχρι η τιμωρία να πάψει να είναι «παραδειγματική», αλλά ο τροχός της αλλαγής. Προς μια ζωή κι έναν κόσμο που θα μετρά τον άνθρωπο και θα βάλει σε δεύτερη μοίρα τα κέρδη. Χωρίς ημίμετρα, χωρίς ίσες αποστάσεις.
ΤΕΜΠΗ ΠΥΛΟΣ ΧΙΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΙΡΗΝΗ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Αντώνης Αντωνίου,
Βαγόνι 4 Θέση 65

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ο Μίκης για το έργο Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου

 


Απόσπασμα κειμένου του Μίκη Θεοδωράκη για το έργο Ρωμιοσύνη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ το 1995.
Ρωμιοσύνη 1966
Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Σύνθεση: 1966, Αθήνα
Ηχογραφήσεις:
1966, Γρηγόρης Μπιθικωτσης, Studio Columbia, ηχολήπτης ο Νίκος Κανελοπουλος.
1977, Χορωδία Τρικάλων υπό την διεύθυνση της Τ.Παπαστεφανου, Olymbia
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ)
… Μετά μπήκαμε ορμητικά στη θύελλα… Χρόνια αντίστασης. Παρανομία, συλλήψεις, μάχες, συλλαλητήρια
Ο Γιάννης Ρίτσος, τυλιγμένος και αυτός στους ίδιους ανέμους, να ταξιδεύει τις ίδιες τρικυμίες… Τον πρωτοείδα στη Λέσχη της ΕΠΟΝ. Ακαδημίας και Κριεζώτου, την Άνοιξη του 1945. είχα αναλάβει να ανακαλύψω και να συγκεντρώσω του άξιους νέους ποιητές και συγγραφείς, τον Κώστα Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Μιχάλη Κατσαρό και τόσους άλλους, που το όνομά τους θα το γνώριζε κάποτε όλη η Ελλάδα.

Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος, ο Ρώτας ήταν αυτοί, που ακούγοντας τα κείμενά τους και συζητώντας μαζί τους μια φορά την εβδομάδα, θα βοηθούσαν ώστε να γεννηθεί μια νέα γενιά ποιητών και συγγραφέων, η γενιά της Αντίστασης. Αυτή που δεν θα έβλεπε τα τραγικά δρώμενα απ΄έξω, σαν θεατής, αλλά από μέσα, σαν συμπάσχον, οργανικό τμήμα του μαρτυρικού μας λαού στο δρόμο προς το Γολγοθά, όπως τον είχε καταδικάσει η σκληρή του μοίρα.

Ήταν η Σχολή του Γιάννη Ρίτσου… Όπως την δίδαξε με το έργο του και με το παράδειγμά του. Αυτή ακριβώς, που με το θρίαμβο της αντεπανάστασης απ΄τη Χούντα έως σήμερα, προσπαθούν να φιμώσουν και να κατεδαφίσουν με κάθε μέσον, με κύριο όπλο την συνομωσία της σιωπής, διάφορα κέντρα και όργανα θλιβερά των νέων εξουσιαστών, που χτίζουν τη δύναμή τους επάνω στην ανοιχτή πληγή, επάνω στα ερείπια των Μύθων, που πέτυχαν να γίνουν έστω και για μια στιγμή φωτεινή πραγματικότητα.

Σκέπτομαι τώρα πως το πρώτο κοινό χαρακτηριστικό μας με τον Γιάννη Ρίτσο είναι αυτή ακριβώς η <<φωτεινή πραγματικό-τητα>>, που βιώσαμε με όλους τους πόρους της ψυχής και του κορμιού μας, γνωρίζοντας και πλάθοντας συγχρόνως τους Νέους Ελληνικούς Μύθους.

Ένα δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό υπήρξε η εργατικότητα. Πόσες φορές ο ποιητής, σα να ΄θελε να <<απολογηθεί>> για την παραγωγικότητά του, μου ΄λεγε για την απίστευτη εργατικότητα του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου, που άφησαν πίσω τους κολοσσιαία εργασία, όχι μόνο σε ποιότητα αλλά και σε ποσότητα (άλλο αν χάθηκαν τα πιο πολλά)…

Κι εγώ επικροτούσα επαυξάνοντας με τα παραδείγματα των Μπαχ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Μπετόβεν, Βάγκνερ και Βέρντι, που για την αντιγραφή και μόνο των έργων τους χρειάζονται δεκάδες χρόνια συνεχούς εργασίας…

Όταν βρισκόμασταν στην Αθήνα, επικοινωνούσαμε τηλεφωνικώς την ώρα του διαλείμματος, γύρω στις δώδεκα με μία το μεσημέρι.

Εκείνος ξεκινούσε την εργασία του κάθε πρωί, ό,τι και να συνέβαινε. Το ίδιο κι εγώ. Η διαφορά μας ήταν η ώρα που ξεκινούσαμε. Πολλές φορές τον ξεπερνούσα, όταν η έμπνευση με ξυπνούσε απ΄τις έξι και μερικές φορές στις πέντε το πρωί, όταν έξω ήταν ακόμα σκοτάδι. Τότε, το μεσημέρι, του διηγόμουν, πόσο συνταρακτική ήταν η αίσθηση, καθώς έβλεπα την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα να αναδύεται μέσα απ΄τη νύχτα, λες κι εκείνη τη στιγμή να έβλεπαν το φως για πρώτη φορά.

Η ελληνολατρεία στον Ρίτσο δεν ήταν εγκεφαλική αλλά βιωματική. Με το ταλέντο και τη συνεχή άσκηση είχε πετύχει να ενώσει μέσα του τους μύθους και τα τραγικά πρόσωπα του χθες με του σήμερα.

Άλλωστε η σχέση του με το κύριο υλικό της εργασίας του, τη γλώσσα, δείχνει ότι τον σαγήνευε και τον χάλκευε η βεβαιότητα ότι σμιλεύει την ίδια γλώσσα, την ελληνική από τον Όμηρο έως σήμερα. Πως όμως μπορούσε να γίνει άξιός της; Δίνοντάς της αντάξιο περιεχόμενο, που μόνο ένας ποιητής, φωνή του λαού και του καιρού του, μπορούσε να της προσφέρει.

Έτσι εξηγείται ο βαθύς και επώδυνος δεσμός του με το Λαό και τον Καιρό. Η συνέπειά του, η πίστη του και η απόφασή του να ζήσει – ακόμα και με κίνδυνο να καταστραφεί- όλα τα πάθη του Λαού, καθώς σφάδαζε μέσα στη δίνη των καιρών.

Ήθελε να γίνει αντάξιός τους, όχι απλώς με ένα ΜΕΡΟΣ, αλλά με το ΟΛΟΝ του εαυτού του. Έπρεπε να εισέλθει στην κάμινο της Δοκιμασίας ολόκληρος, όχι μόνο με το πνεύμα αλλά και με το σώμα, όχι μόνο με την φαντασία αλλά με την ευαισθησία και τον πόνο ακόμα και της τελευταίας φλέβας, ακόμα και του τελευταίου αιμάτινου αγγείου του σώματός του. Και γι΄αυτό ο Ρίτσος έγινε ΕΡΓΟ και ΣΥΜΒΟΛΟ άξιο να σταθεί πλάι στον Ανώνυμο Μάρτυρα, την ψυχή της Ελλάδας, αυτόν που τον οδήγησε στη θυσία η πεμπτουσία της συλλογικής μας συνείδησης, τα άγια των αγίων της Ρωμιοσύνης.

Στα δύο κορυφαία μου έργα στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ και τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε –όπως ακριβώς περιέγραψα και πριν- σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτιση μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα σύνορα της ποίησης και απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ΄όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη, ώσπου να πάρουν μια Τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ μου την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πρίν. Είχαν περάσει πρώτα από τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από τη ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ γα να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν. Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθειά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο <<Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό…>>, κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα, και συνέθεσα μονορούφι τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικό, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει : << Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας>>. Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή του και ο Ρίτσος, που από την εποχή του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή.

Το καλοκαίρι του ΄66 αποφασίσαμε να κάνουμε το μεγάλο άλμα : Συναυλία σε γήπεδο, μιας και δεν μας χωρούσαν πια οι μικρές αίθουσες. Διαλέξαμε την ΑΕΚ στη Ν. Φιλαδέλφεια. ήταν η πρώτη Λαϊκή Συναυλία σε ανοιχτό χώρο. Περάσαμε με το αυτοκίνητο και πήραμε απ΄το σπίτι τους τον Γιάννη και τη Φιλίτσα. Μπροστά στο γήπεδο, καθισμένοι στα καφενεία οι ηλικιωμένοι άντρες και γυναίκες, όλοι τους αντιστασιακοί, περίμεναν να μπουν πρώτοι.

Τι δεν έκανε η αντίδραση τότε, για να εμποδίσει το Λαό να ρθει να μας ακούσει! Εκατοντάδες με στολές γύρω γύρω, σαν μπαμπούλες, για να φοβίζουν. Άλλες εκατοντάδες χαφιέδες, για να αναγνωρίζουν και να τρομοκρατούν. Ως και το ηλεκτρικό ρεύμα σταμάτησαν, με αποτέλεσμα να μείνουν στο τούνελ οι συρμοί του ηλεκτρικού.

Εμείς με τον Ρίτσο βγαίναμε απ΄τα αποδυτήρια στο γήπεδο, που ήταν ακόμα άδειο. Κοιτάζαμε τον ουρανό και σαν μέλη κάποιου φανταστικού αρχαίου χορού φωνάζαμε μισοαστεία-μισοσοβαρά:

- Έλα Λαέ! Νίκησε Λαέ! Λαέ, δείξε τη δύναμή σου!

Και από μέσα οι γυναίκες μας να μας μαλώνουν, μήπως και μας ακούσει κανείς και μας περάσει για τρελούς… φαίνεται όμως πως οι προσευχές μας εισακούσθηκαν, γιατί αιφνιδίως το στάδιο γέμισε. Λες και ήταν συνεννοημένοι, όρμησαν όλοι μαζί, γυναίκες, άντρες, παιδιά. Ξεχύθηκαν απ΄τα σοκάκια και τα στενα…

Παραμέρισαν τη φανερή και τη μυστική τρομοκρατία και έγιναν στην αρχή ένα χαρούμενο, πολύβουο πλήθος, που μας γέμισε αγαλλίαση και αμέσως μετά ένα σιωπηλό, παλλόμενο εσωτερικά εκκλησίασμα.

Διηύθυνα πρώτα το Μαουτχάουζεν με τη Μαρία Φαραντούρη και μετά τη Ρωμιοσύνη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Ο Γιάννης Ρίτσος, καθισμένος ακριβώς πίσω μου, ρουφούσε τη συγκλονιστική στιγμή με όλους τους πόρους της ψυχής του.

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι. Ήταν προπαντός αυτή η μυστική μέθεξη όλων αυτών των χιλιάδων, που μέσα απ΄τη Ρωμιοσύνη ξαναζούσαν μέσα τους και ξαναδημιουργού-σαν ιδεατά το μέγα όνειρο που είχαν όλοι μαζί ζήσει, αφού οι ίδιοι το είχαν πρώτα δημιουργήσει…

Σταματώ ως εδώ την αφήγηση… 
Ίσως να θέλω στο βάθος να μείνουμε σ΄αυτή τη θεία και μοναδική στιγμή, που Ποίηση και Μουσική συλλειτουργούσαν με το Λαό, ενώ γύρω τους, γύρω απ΄το περικυκλωμένο γήπεδο, στριφογύριζαν απειλητικά οι σκιές των τσακαλιών, που ένα χρόνο αργότερα θα υποχρέωναν την πατρίδα μας να μπει σ΄αυτό το Μεγάλο Ταξίδι μέσα στη Νύχτα, που δεν έχει ακόμα τελειωμό…

Πηγή κειμένου: www.mikistheodorakis.gr


Εδώ μπορείτε να ακούσετε τα τραγούδια του έργου ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ:



Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε...

 

Σήμερα σιγοπαίζει κάπου στην άκρη του μυαλού μου το "Εμβατήριο της Σιωπής" του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ένα τραγούδι που γράφτηκε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.
Φυσικά πρόκειται για ένα τραγούδι βυθισμένο στην αριστερή μελαγχολία και την πολιτική υποχώρηση, χαρακτηριστικά μιας αριστεράς που είχε αρχίσει να τα ενστερνίζεται ήδη από τη δεκαετία του 1980 και τις εμφανείς αποτυχημένες προσπάθειες του Γκορμπατζόφ για την περιβόητη "ανασυγκρότηση" αλλά και το πολιτικό αδιέξοδο των άλλων δρόμων, των "δεύτερων" και "τρίτων" δρόμων προς το σοσιαλισμό.
Σε κάθε περίπτωση, η δική μου γενιά αναγκάστηκε να ζήσει χωρίς εκείνη τη "Γη της Επαγγελίας", χωρίς τη σοσιαλιστική πατρίδα που αποτελούσε τον κυματοθραύστη του καπιταλιστικού ρεαλισμού όχι μόνο στην πολιτική αλλά σε κάθε διάσταση του κοινωνικού. Από ένα σημείο και μετά, μάθαμε στην ωμότητα της δεοντολογίας πως "όλα πωλούνται και όλα αγοράζονται", καθώς όλα έχουν μια τιμή και ιδίως η ίδια η ανθρωπότητα. Και παρά τα δεκάδες στραβά της, καμία ΕΣΣΔ δεν θα ερχόταν πια να μας σώσει από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Η ιστορία είχε τελειώσει και ξεκινούσε χωρίς κανένα εμπόδιο, πια, το νεοφιλελεύθερο πάρτι.
Είδαμε τους μετανάστες της ΕΣΣΔ να φτάνουν στα πέρατα του κόσμου μέσα σε κρύα ψυγεία φορτηγών, παλιές δασκάλες και καθηγήτριες να γίνονται στην καλύτερη καθαρίστριες και σερβιτόρες στη χειρότερη θύματα trafficking, όσες επέζησαν από τα χέρια των διακινητών τους. Είδαμε παλιούς απόφοιτους του Πολυτεχνείου της Μόσχας να γίνονται εργάτες γης, μπετατζήδες, οδοκαθαριστές για λίγες δραχμές και μερικά μεταχειρισμένα ρούχα. Και μια στις τόσες, σε κάποιο διάλειμμα από την εργασία τους, να ψελλίζουν σε κάποιο ευήκοο αυτί κάποιον στίχο του Πούσκιν ή του Μαγιακόφσκι.
Είδαμε τα παράσημα και τις στολές εκείνων που κάποτε ισοπέδωσαν το Τρίτο Ράιχ και τον φασισμό, να πουλιούνται στις μαύρες αγορές του κόσμου για λίγα ρούβλια, η ιστορία του μεγαλύτερου αγώνα της ανθρωπότητας να δίνεται όσο-όσο για ένα καρβέλι ψωμί και λίγα μακαρόνια.
Αλλά κάποτε, σε εκείνο το βαθύ "κάποτε" του χρόνου, υπήρξαν και εκείνοι που αναφέρει ο Κηλαηδόνης στο σιωπηλό "Εμβατήριο" του, όχι ως ήρωες αλλά ως τα δρώντα υποκείμενα που τόλμησαν να ονειρευτούν έναν άλλον κόσμο, έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν εκμεταλλεύεται τον άλλον άνθρωπο, όπου η χειραφέτηση αποτελούσε ένα ανοιχτό πεδίο ακαθόριστων και διαρκών επιλογών και δεν χωρούσε μέσα σε ορολογίες και σε καπιταλιστικές βολικές ταμπέλες, όπου εκείνο το κόκκινο τρένο χάραζε καινούριες πορείες, καινούριες αξίες και καινούριους στοχασμούς στο μπόι των ανθρώπων.
Έναν κόσμο όπου πολύ απλά, η εργατική τάξη μπορούσε να ζήσει και να πεθάνει αξιοπρεπώς, μνημονεύοντας ενίοτε τους στίχους του Πούσκιν ή του Μαγιακόφσκι που τους έμαθε σε μια δημόσια παιδεία που ήταν για όλους. Μια εργατική τάξη που δεν θα ήταν πια το προλεταριάτο της διαρκούς εκμετάλλευσης και υφαρπαγής της υπεραξίας του, αλλά ο κεντρικός μοχλός που κινεί την ιστορία της ανθρωπότητας για την ίδια την ανθρωπότητα, όπως πάντα ήταν έτσι και αλλιώς.
Εκατομμύρια άνθρωποι έκλαψαν πικρά εκείνη την ημέρα του 1991, ακόμα και ορισμένοι που είχαν διαχωρίσει δεκαετίες νωρίτερα τις πολιτικές τους γραμμές από το ΚΚΣΕ. Εκατομμύρια καρδιές βούλιαξαν στην αριστερή μελαγχολία εκείνη τη βραδιά, μια κατάρα που δεν λέει να φύγει από πάνω μας τριανταπέντε χρόνια.
Ήταν το τέλος μια μεγάλης εποχής, μιας γενναίας εποχής όπου το κόκκινο τρένο έκανε μια αόριστη παύση στην πορεία του μέχρι να ξαναμπεί με φόρα στις καρδιές και στις συνειδήσεις των ανθρώπων που θα θελήσουν να σπάσουν μόνοι τους τις αλυσίδες που τους βαραίνουν.
Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε και εμείς, με το όνειρο μας φορτωμένο, που στις καρδιές βάζει φωτιά.
Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε και εμείς, γιατί είναι από τη λευτεριά σταλμένο για το ταξίδι της ζωής.
Αυτό το κόκκινο το τρένο είναι για εμάς τίτλος τιμής.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Σαν σήμερα Γεννιέται ο Ιωσήφ Στάλιν (Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι),

 


Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή ·
12 ώρ. ·
1878 Σαν σήμερα Γεννιέται ο Ιωσήφ Στάλιν (Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι), 
ΓΓ της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκων) και ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης.
 Ο Ι. Β. Στάλιν εντάχθηκε από νεαρή ηλικία σε παράνομο μαρξιστικό όμιλο στην Υπερκαυκασία, ενώ μετείχε στο ΣΔΕΚΡ από το 1898. 
Μέλος της Επιτροπής του ΣΔΕΚΡ Τιφλίδας, Καυκασιανής Ένωσης και Μπακού, στήριξε τις λενινιστικές ιδέες για το κόμμα, την τακτική και τη στρατηγική του και έλαβε μέρος στην Επανάσταση του 1905 - 1907. 
Στα 1912 έγραψε το βιβλίο «Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα», ένα από τα πιο σημαντικά μαρξιστικά έργα στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Στην καθοδήγηση της ένοπλης πάλης στη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση πήρε μέρος σαν μέλος του ΠΓ της ΚΕ του Κόμματος των Μπολσεβίκων,
 μέλος του Στρατιωτικο-επαναστατικού Κέντρου της Πετρούπολης και της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής. 
Διετέλεσε λαϊκός επίτροπος των εθνοτήτων στην πρώτη σοβιετική κυβέρνηση, ενώ στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου και της ξένης ιμπεριαλιστικής επέμβασης ήταν μέλος του Επαναστατικού Πολεμικού Συμβουλίου της Σοβιετικής Δημοκρατίας.

Συνέβαλε στην ενίσχυση της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά, την περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού. 
Υπερασπίστηκε τη λενινιστική πολιτική, αγωνίστηκε ενάντια στο δεξιό οπορτουνισμό μέσα στο κόμμα και επέμενε στην ιδεολογικοπολιτική ενότητα του κόμματος ως θεμέλιου για την πορεία της επανάστασης και την ανάπτυξη του σοσιαλισμού, υπερασπιζόμενος τις λενινιστικές αρχές για το Κόμμα Νέου Τύπου.
 
Το όνομα και η δράση του Ι. Β. Στάλιν συνδέθηκε, τόσο με τις επιτυχίες της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, όσο και με την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας σε μια σειρά χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και της Ασίας. 

Ταυτόχρονα, το όνομα του Στάλιν συνδέεται με την καθοριστική συμβολή της Σοβιετικής Ένωσης στη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. 
Ήταν περίοδος που ο ιμπεριαλισμός δέχτηκε μια μεγάλη ήττα, αφού σ' ένα μέρος του πλανήτη, αρκετά σημαντικό από πολλές πλευρές, οι λαοί οικοδομούσαν το δικό τους μέλλον, τη νέα κοινωνία, καταργώντας την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και παίρνοντας την τύχη τους στα χέρια τους.

                                 ********************************

1944 Σαν σήμερα Οι βρετανικές δυνάμεις προωθούν συστηματικά τις θέσεις τους στην Αθήνα και τον Πειραιά. 
Πραγματοποιείται προβοκάτσια σε βάρος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Εκτελέστηκε από μέλη της πολιτοφυλακής Γαλατσίου - Πατησίων η πρωταγωνίστρια του Εθνικού Θεάτρου Ελένη Παπαδάκη. 
Οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν μετά από εντολή του Σπ. Κωτσάκη, Καπετάνιου του Α' ΣΣ του ΕΛΑΣ. 
Παραδέχθηκαν ενώπιον Ανταρτοδικείου πως ενήργησαν κατ' εντολή των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. 
Καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν δημόσια στην πλατεία Κολιάτσου. 
Στην Ηπειρο άρχισαν οι επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ κατά των δυνάμεων του Ζέρβα. Ο ΕΛΑΣ μπαίνει στην Αρτα.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

«Όχι με λόγια, μ' έργα τ' Άδικο πολέμα! Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου»!#Βάρναλης

 


«Όχι με λόγια, μ' έργα τ' Άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος!
Με τα πλήθη συνταιριάσου!»
«Δεν είμ' εγώ σπορά της Tύχης,ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Eγώ 'μαι τέκνο της Aνάγκης Kι ώριμο τέκνο της Oργής...»
Όλα εδώ χάμου ψεύτικα.
Δε σ’ έζησα, ονειρεύτηκα,μαύρη ζωή, όλη πίκρα.
Μα θα χαρώ σε, λευτεριά,αιώνια αλήθεια κι ομορφιά,σαν θα περάσω αντίκρα.....
Κωστας Βάρναλης
Εφυγε απο την ζωή στις 16 Δεκεμβρίου 1974
..................
«Ἢ ποίηση τοῦ Βάρναλη, γράφει ὁ Μενέλαος Λουντέμης, δὲ μύριζε ποτὲ γάλα.
Μύριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μπαροῦτι· κατέβηκε δηλαδὴ στὸ στίβο χωρὶς πάρα πολλὰ γυμνάσματα καὶ δοκιμὲς καὶ περιπλανήσεις στοὺς λειμῶνες τῶν ἀσφόδελων
. Μ᾿ ἄλλα λόγια, χωρὶς αὐτὲς τὶς πεισιθάνατες κραυγὲς ποὺ ἔβγαζαν ὅλοι οἱ λυρικοί του καιροῦ του.
Ὄχι.Ἡ Ποίηση τοῦ Βάρναλη ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀρσενική,
λάσια,μιὰ βολίδα ποὔπεσε μὲς στὰ στεκούμενα νερὰ τοῦ μελίπηχτου λυρισμοῦ».
Κλείνουν φέτος 50 χρόνια από τον θάνατο του σπουδαίου κομμουνιστή ποιητή Κώστα Βάρναλη.
.
Γεννημένος στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884, ο Βάρναλης (το επίθετό του δηλώνει καταγωγή από την Βάρνα, στην οποία κατοικούσαν πολλοί Έλληνες) βιώνει ως έφηβος varnalis τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο οποίος αναμφίβολα τον σημάδεψε.
Το 1898 τελείωσε το Ελληνικό Σχολείο, ενώ στη συνέχεια ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία, όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής του δημοτικιστικού κινήματος.
Στα 1905 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Κηρήθρες». Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του περιοδικού «Ηγησώ», ενώ το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση.
Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος.
Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση. Μετά τον δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού.
Το 1918 γράφει το ποίημα «Στυλίτης», το οποίο δε δημοσίευσε.
Πρόκειται για ένα ποίημα-σταθμό στην πορεία του Βάρναλη, καθώς φορτισμένο από τις συνέπειες του άδικου και ιμπεριαλιστικού Α' Παγκοσμίου Πολέμου και επηρεασμένο από την τεράστια ακτινοβολία της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, αποτυπώνει τη «μετάβαση» του Βάρναλη από τον αισθησιασμό, τον λυρισμό και την αρχαιολατρία που χαρακτηρίζουν τα πρώιμα έργα του, στην ταξικά προσανατολισμένη «επαναστατική» του περίοδο:
«Τα θύματα χιλιάδες των πολέμων κάτου σέπονται με της πείνας, της σκλαβιάς αντάμα, με της αρρώστιας, του δαρμού - δόξα θανάτου!»
Και στη συνέχεια:
«Όχι με λόγια, μ' έργα τ' Άδικο πολέμα! Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ' άδικο μ' αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ' αδερφού, η λευτεριά η δικιά του θα 'ναι λευτεριά σου, κι ανάγκη πια δε θα 'χεις κανενός Θεού.»
Το προανάκρουσμα της επαναστατικής ποίησης του Βάρναλη που ξεκίνησε με τον «Στυλίτη», ολοκληρώθηκε το διάστημα 1919-1921, όπου, κατά τη διαμονή του στο Παρίσι, συντελείται μια βαθιά αλλαγή στη σκέψη και τη συνείδησή του, καθώς έρχεται σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες, με τον διαλεκτικό και τον ιστορικό υλισμό.
Το 1919 δημοσιεύει τον «Προσκυνητή», χαρακτηριστικό ποίημα της ιδεολογικής και πολιτικής μεταστροφής του. Ακολουθεί την επόμενη δεκαετία (1922-1933) η πιο παραγωγική περίοδος στο έργο του Βάρναλη.
Ξεκινώντας με ένα από τα σημαντικότερα έργα -ίσως και το σημαντικότερο- στη λογοτεχνική του πορεία, δημοσιεύει το 1922, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας «Tο Φως Που Καίει», ίσως το πρώτο «στρατευμένο» έργο στα νεοελληνικά γράμματα και από τα σημαντικότερα της επαναστατικής λογοτεχνίας.
«Με αυτό εκφράζει ο ποιητής τον πόνο, την οργή και την απόφαση των καταπιεσμένων να τερματίσουν το καθεστώς της εκμετάλλευσης και να χτίσουν τη νέα κοινωνία της δουλειάς, της ειρήνης, της φιλίας και της αδελφότητας των λαών, ιδανικό που πραγματώνεται μέσα στην κάθε χωριστή πατρίδα από το λαό της χώρας, ανάλογα με τις παραδόσεις, τις ανάγκες και την πραγματικότητα της καθεμιάς.»
Χαρακτηριστικός είναι ο επίλογος του έργου με το ποίημα «Οδηγητής»:
«Δεν είμ' εγώ σπορά της Tύχης,
O πλαστουργός της νιας ζωής.
Eγώ 'μαι τέκνο της Aνάγκης
Kι ώριμο τέκνο της Oργής...»
Για το έργο αυτό ο Βάρναλης υπέστη διώξεις και απολύθηκε από την Παιδαγωγική Ακαδημία, με αφορμή και ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία», η οποία δημοσίευσε ως παράδειγμα αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών παιδαγωγών ένα απόσπασμα από το συγκεκριμένο έργο.
Από «το Φως Που Καίει» και ύστερα, ο Βάρναλης, στρατευμένος στην υπόθεση του λαού και της εργατικής τάξης, αφοσιωμένος εργάτης της κομμουνιστικής υπόθεσης, έγραψε ποιήματα, πεζά και κριτικά έργα, έκανε μεταφράσεις πολλών αρχαίων έργων, πάντοτε από τη σκοπιά των φτωχών και των καταπιεσμένων, των «κολασμένων της γης».
Στα 1922 δημοσιεύει και το λυρικό ποίημα «Οι Μοιραίοι», από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής ποίησης (ίσως και εξαιτίας της ιδιαίτερα επιτυχημένης μελοποίησής του από τον Μίκη Θεοδωράκη).
Το 1927 δημοσιεύει τους «Σκλάβους Πολιορκημένους», εμπνευσμένος από την επανάσταση του '21, τους οποίους αντιτάσσει στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού:
«Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...
Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά. Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; Αχ, πού 'σαι, νιότη, που 'δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!»
Ο ίδιος ο Βάρναλης θα γράψει για τους «Σκλάβους Πολιορκημένους»: «Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι όπως κι ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική και το πρώτο σχεδίασμα της Αληθινής απολογίας του Σωκράτη, γραφτήκανε στη Γαλλία, ύστερ' απ' το πρώτο παγκόσμιο μακελειό.
Ο θάνατος κι η καταστροφή είχαν ξυπνήσει τις συνειδήσεις των λαών και σκορπίσει στους τέσσερις ανέμους τα ψέφτικα συνθήματα των ιμπεριαλιστών.
Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι είναι στην ουσία τους έργο αντιπολεμικό και αντιιδεαλιστικό.»
Από τα πεζά και κριτικά έργα του Βάρναλη ξεχωρίζουν
«Ο λαός των μουνούχων» (1923), «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1932) και «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925).
Το 1935 εξορίζεται μαζί με τον Γληνό και άλλους κομμουνιστές και προοδευτικούς δημοκράτες αγωνιστές στον Άη Στράτη, απ' όπου θα γράψει τον Οκτώβρη το ποίημα «Στην εξορία»: «Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα,#για να ρθει ο Εξορισμένος απ' τα ξένα, να χωρίσει το Έθνος και να βάλει#τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.»
Θα πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση σαν μέλος του ΕΑΜ λογοτεχνών, ενώ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου θα παραμείνει πιστός στις ιδέες του και θα σταθεί στο πλευρό του επαναστατικού ΚΚΕ και του αδούλωτου ελληνικού λαού.
Το 1958 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι γιατί αυτός ο ποιητής με τους απλούς και λιτούς στίχους του, με τη δεικτική ειρωνεία και την αιχμηρή σάτιρά του, κατέκτησε μία τόσο σημαίνουσα θέση στο στερέωμα της παγκόσμιαw προοδευτικής λογοτεχνίας, ενώ το έργο του διατηρεί μέχρι και σήμερα τη ζωντάνια, την επαναστατικότητα και την επικαιρότητά του.
Ένας από τους βασικούς λόγους της «αντοχής» του βαρναλικού έργου σε πείσμα των καιρών, ειδικότερα ύστερα από τη δεύτερη περίοδο του έργου του, την περίοδο της ιδεολογικής και πολιτικής του μεταστροφής, είναι η διαρκής προσπάθειά του να «φανερώσει την αλήθεια» και να μεταδώσει την αλήθεια αυτή στον λαό.
Όπως γράφει και ο ίδιος στους τελευταίους του στίχους πριν πεθάνει, τον Οκτώβριο του 1974:
«Με πάθος την αλήθεια φανερώνω, μα ποιος μ' ακούει; Κάτι άγουρα παιδιά. Γυροκοιτάω, κανένας δε με ξέρει, όπως κι εγώ δεν ξέρω τον εαυτό μου. Πλήθος μεγάλοι στο Μουσείο της Τέχνης, αθάνατοι όλοι, λίγοι μόνο ζούνε.»
Ένας ακόμη λόγος για την ανθεκτικότητα της βαρναλικής γραφής μέσα στο πέρασμα των χρόνων είναι η πρωτοποριακή χρήση της αφηγηματικής γλώσσας:
Χαρακτηριστικά είναι και τα λόγια του Μενέλαου Λουντέμη:
«Η Ποίηση του Βάρναλη ήταν από την αρχή αρσενική, λάσια, μια βολίδα που 'πεσε μες στα στεκούμενα νερά του μελίπηχτου λυρισμού.»
Ο Βάρναλης, αμφισβητώντας όλες τις κυρίαρχες μέχρι τότε αισθητικές και λογοτεχνικές φόρμες, με τη χρήση λυρικών, συμβολιστικών, σατιρικών και δραματικών στοιχείων, αναζήτησε καινούριους τρόπους για να εκφράσει την ιστορική «ανάγκη» και «αλήθεια» και ταυτόχρονα αυτή η αλήθεια και ανάγκη να μπορεί να διαβαστεί από εκείνους «που στα χέρια τους αυτή θ' αποκτούσε δύναμη», από τους απόκληρους της κοινωνίας. Πρόκειται για μια σπουδαία προσπάθεια σύνδεσης της απλής λαϊκής καθημερινότητας με τον ποιητικό λόγο, του οράματος για μια καλύτερη κοινωνία με τα -μέχρι τον Βάρναλη- σύνθετα και περίπλοκα λογοτεχνικά σχήματα της εποχής.
Με μαστοριά και επινοητικότητα, κατάφερε να πετύχει αυτήn τη σύνδεση, κάνοντας την «αριστοκρατική» τέχνη της λογοτεχνίας προσιτή στα φτωχά λαϊκά στρώματα, στους αγράμματους εργάτες, στους αμόρφωτους λαϊκούς ανθρώπους, χωρίς ωστόσο να ξεφύγει εντελώς από τον λυρισμό που χαρακτήρισε τη λογοτεχνία της εποχής του.
Τέλος, ο λόγος για τη διαχρονικότητα του έργου του, είναι ότι ο Βάρναλης, στρατευμένος εργάτης στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης και της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, έγραψε για να απαντήσει στα πραγματικά προβλήματα του λαού.
Το έργο του πηγάζει από τον λαό, καταπιάνεται με τις αγωνίες και τους προβληματισμούς των απλών λαϊκών ανθρώπων, για να επιστρέψει πάλι σ' αυτόν.
Ποίηση λαϊκή και κοινωνική, αιχμηρή και σατιρική, στρατευμένη και επαναστατική, αυτή είναι η ποίηση του Βάρναλη.
Επομένως, σε σχέση με το ερώτημα που ο ίδιος θέτει -και απαντάει- στο Σημειωματάριο Ι' του Αρχείου του για το
«Πώς θ' αποδειχθεί η ζωντανότητα ενός έργου;
Από το αν είναι χρήσιμο ή όχι», γίνεται φανερό ότι το έργο του Βάρναλη είναι όχι μόνο χρήσιμο, αλλά και απόλυτα αναγκαίο και επίκαιρο, ιδιαίτερα σήμερα, στους δύσκολους καιρούς της όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης και της νέας ιμπεριαλιστικής εφόρμησης ενάντια στους λαούς του κόσμου.