Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για τις Σημαίες μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για τις Σημαίες μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Μια Ματιά στο «όμορφο αγγελικά πλασμένο» Κόσμο Σας #Κυκλοθυμικός

 


Γεννήθηκες στην ρωγμή του χρόνου, 1990, στο «τέλος της ιστορίας», τότε που η επανάσταση δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο ερείπια ενός μισογκρεμισμένου τοίχους, τότε που η ελευθερία –της αγοράς- είχε νικήσει, τότε που τέλειωνε οριστικά η τριλογία των παγκόσμιων πολέμων (πρώτος, δεύτερος, ψυχρός), στην εποχή των μεγάλων υποσχέσεων.
Ποτέ στην ιστορία του ο άνθρωπος δεν ήταν τόσο σίγουρος ότι βρήκε το κλειδί της ευτυχίας, ποτέ δε μπούκωσε με περισσότερες υποσχέσεις κι ελπίδες.
Υποσχέσεις πάνω στα ράφια των σουπερμάρκετ, στις διαφημίσεις πίτσας, στα πρώτα παγκοσμιοποιημένα σήριαλ, στις κάννες των όπλων, στους δείκτες των χρηματιστηρίων, στα σύνορα που άνοιγαν, στις υπογραφές των διευρυμένων ενώσεων. Έγραφε η τσούλα η ιστορία πως ξοφλήσαμε. Τα μαρξιστικά βιβλία σκονίζονται στις βιβλιοθήκες και τα τραπεζάκια γεμίζουν με τα περιοδικά του Κωστόπουλου.
Για 18 χρόνια δεν ήμασταν παιδιά κι έφηβοι, αλλά παράλληλα πρότζεκτ έτοιμα να μονομαχήσουν, ήμασταν άλογα κούρσας που τα προετοίμαζαν για τις πιο σκληρές αρένες, τα σχολεία δεν ήταν παρά γυμναστήρια ιπποδρόμου.
Ξεκοιλιασμένα στα παιδικά μας δωμάτια τα παιχνίδια, τα απογεύματα πέθαιναν στα μπαλκόνια μας χωρίς μια κλωτσιά στη μπάλα, χωρίς ένα ραβασάκι στο κορίτσι, χωρίς ένα κυνηγητό στην αλάνα, τα πολυδιαφημισμένα καλύτερα μας χρόνια ήταν μόνο βιομηχανικά απόβλητα και τοξικοί ρύποι, ανοιχτές πληγές.
Διάβασμα, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, δεξιότητες, ξανά διάβασμα, εξετάσεις, διαγωνίσματα, άγχος, κλάματα, φορτωμένες τσάντες.
Εκκολαπτήρια γιάπηδων τα σπίτια μας, η ενήλικη ζωή που θα ερχόταν ήταν η εταιρική στοχοθεσία για διεύρυνση κερδών κι ανάπτυξη του ζωτικού χώρου μέσω της κοινωνικής κινητικότητας.
Εμείς δε θα δουλεύαμε όσο οι γονείς κι οι παππούδες μας, δε θα υποφέραμε τόσο, μα πριν προλάβουμε να ονειρευτούμε, μας έχωναν ξανά το κεφάλι μέσα στο νερό.
Και γίναμε ενήλικες και μπήκαμε στα πανεπιστήμια, στα μεταπτυχιακά και στα προγράμματα. Στο πρώτο έτος ένας μπάτσος μας σκότωσε τον Αλέξη. Μας καθησύχαζαν πως το περιστατικό ήταν μεμονωμένο, μα το τραύμα ήταν διαμπερές, είχε περάσει και τα δικά μας σώματα, αγγίζαμε το αίμα, το νιώθαμε στο στόμα μας.
Κι ύστερα ήρθαν τα μνημόνια. Δεν είχαμε προλάβει να τελειώσουμε τις σχολές. Όλα τα μεγάλα λόγια που μας υπόσχονταν τα έτρωγαν οι δαγκάνες από τα σκουπιδιάρικα, όλες μας οι θυσίες ξάπλωναν τεμαχισμένες στις χωματερές.
Φταίγαμε, μας είπαν. Ήμασταν τεμπέληδες και γουρούνια, κλέβαμε και τρώγαμε μαζί, ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητες μας. Γεννήθηκες Έλληνας θες θέρμανση, διακοπές και σπίτι; Πού ακούστηκε; Ο Ελβετός τι να ζητήσει δηλαδή;
Έσωσαν τουλάχιστον τις τράπεζές τους κι ύστερα μας τιμωρούσαν για 10 χρόνια για παραδειγματισμό, να μας μαστιγώνουν να ακούνε τα ουρλιαχτά μας οι άλλοι Ευρωπαίοι και να παραμένουν καλά παιδάκια, να βγάζουν τον σκασμό να μην έρθει κι η σειρά τους.
Βγήκαμε σαν τρομαγμένα παιδιά από τις σχολές μας και συναντήσαμε
υποκατώτατους μισθούς, διαλυμένα νοσοκομείο, ξεπουλημένο εθνικό πλούτο, σκισμένα εργασιακά δικαιώματα, φασίστες να γυρίζουν στους δρόμους και να σκοτώνουν αδέρφια μας, ρημαγμένη αγορά εργασίας, ανεργία, φοροληστείες και χαράτσια, αστέγους, μισθούς που καταβάλλονταν αν κι εφόσον, ένα κίνημα ξεπουλημένο από την πρώτη φορά Αριστερά.
Οι παρέες μας διαλύθηκαν, άλλος στην Αμερική, άλλος στην Αγγλία, άλλος στην Σλοβακία, άλλος στην Τσεχία, άλλος στην Γερμανία, άλλος στην Σουηδία, άλλος στα καράβια.
Και μόνο μιαν ερώτηση ακούνε όλη την ώρα
Αν θα γυρίσουν κάποτε ή τώρα
Παγώνει τότε η φωνή και η στιγμή που ζούμε
Μέχρι να βγει απ' το στόμα το θα δούμε
Κι ύστερα η πανδημία.
Τα νιάτα μας κλειδώθηκαν μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα. Τα λεφτά για νοσοκομεία και ΜΜΜ φαγώθηκαν, οι νεκροί αυξάνονταν, αλλά ήμασταν καλύτερα από το Βέλγιο, για λίγο, μετά δεν ήμασταν καλύτερα από κανέναν.
Ο ιός περνούσε όταν ήταν να πάμε στις δουλειές μας κι όταν έρχονταν οι τουρίστες κι εμφανιζόταν ξανά όταν γυρίζαμε σπίτι, όταν θέλαμε να δούμε τον άνθρωπό μας, όταν θέλαμε να χαιρετίσουμε τους γονείς μας.
Στα περιφερειακά νοσοκομεία δε σώθηκε κανείς, δεν έβαλαν ούτε ένα λεωφορείο παραπάνω, οι διάδρομοι έγιναν εντατικές κι η αστυνομία γύριζε στους δρόμους να σπάσει στο ξύλο όποιον έβγαινε να πάρει μια ανάσα. Όσοι δεν χάθηκαν από τον ιό, χάθηκαν από την ψέκα. Βυθίστηκε ο κόσμος στο σκοτάδι, τυφλώθηκε.
Τέλειωσε κι η πανδημία κι ήρθε η ώρα να πληρώσουμε τα σπασμένα.
Η μια κρίση ενωνόταν με την άλλη από το 2008 σε ένα ιδιότυπο γαϊτανάκι γύρω από το λαιμό μας. Τώρα πληθωρισμός, καρτέλ και φτώχεια. Τώρα που η πραγματική ανάπτυξη παγώνει, ο πλούτος συγκεντρώνεται πιο άπληστα, πιο γρήγορα, πιο βίαια σε δέκα τσέπες και για εμάς δε μένει ψίχουλο, τώρα οι ανταγωνισμοί κορυφώνονται, η Αμερική έχει ισχυρούς εχθρούς κι ο θρόνος της έχει πιτσικάρει.
Είδαμε νέους πολέμους, είδαμε νέα προσφυγιά, είδαμε εμφυλίους, είδαμε απειλές για πυρηνικά ολοκαυτώματα, είδαμε και βλέπουμε σε live εικόνα την γενοκτονία και το πετσόκομμα ενός ολόκληρου λαού. Η μια χώρα μετά την άλλη είτε βυθίζεται στο χάος του πολέμου είτε μεταφέρεται –με δημοκρατικές διαδικασίες βεβαίως βεβαίως- στο νεοφασιστικό τόξο.
Κι έρχονται αυτοί που όταν ήμασταν παιδιά μας προετοίμαζαν για άλογα κούρσας, που όταν γίναμε φοιτητές μας σκότωσαν το μέλλον, που όταν βγήκαμε στην δουλειά μας έστειλαν στο εξωτερικό και μας έκαναν σκλάβους σε σύγχρονες φάμπρικες, που όταν τριανταρίσαμε μας πέταξαν σε μια φτώχεια που δεν τελειώνει, σε μια πείνα που απλώνεται σαν χολέρα, αυτοί ντε που μας πατάνε το κεφάλι με το πόδι τους, που μας αρμέγουν όσο τριγυρνάμε ζωντανοί νεκροί σε μποντιλιαρισμένους δρόμους, αυτοί που ζούνε σε βίλες εκατομμυρίων, που κινούνται με υπερπολυτελή αμάξια και κότερα, που κάνουν πάρτι εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, που ένα γεύμα τους κοστίζει όσο ο ετήσιος προϋπολογισμός μας, που πνίγονται στις κόκες και στις βίζιτες με τα κουστουμάκια της τελευταίας λέξης της μόδας να μας πουν τι;
Τι γαμώ τον καπιταλισμό τους;
Να πεθάνουμε λέει, να εθιστούμε στους τάφους λέει, να φάμε σφαίρες στο κεφάλι, λέει, για να κάνουμε πολέμους, λέει. Και μετά να μας βάλουν μια σημαία στο φέρετρο, την ελληνική ή της ΕΕ. Δίνουν κι επιλογή. Να πεθάνουμε για να μοιράσουν τα πετρέλαια και τα φυσικά τους αέρια κι αν δεν πεθάνουμε μετά να γίνουμε ξανά σκλάβοι στα εργοστάσια και στη βιομηχανία τους. Τόσο ξεδιάντροπα το είπαν, τόσο ανοιχτά.
Και δεν είναι τίποτα σεξιστές. Όχι. Ισότητα. Να πεθάνουν τα αγόρια, να πεθάνουν και τα κορίτσια. Εθνικό καθήκον. Περισσότεροι τάφοι, περισσότερα κέρδη, περισσότερα ταρατατζουμ ταρατατζουμ για πατρίδες, σημαίες, θρησκείες, προγόνους. Καραμέλα που δε λιώνει ποτέ.
Ακούστε, όμως, τι γίνεται.
Όντως η ιστορία πολλές φορές έχει γραφτεί έτσι, άλλα κάποιες φορές έχει γραφτεί κι αλλιώς. Κι αν όντως έχουμε φτάσει σε αυτό το τέλμα που πρέπει να πάρουμε τα όπλα και να εθιστούμε στα φέρετρα υπάρχει κι άλλος τρόπος, κι άλλος δρόμος.
Αντί να σκοτωνόμαστε εμέις στο ριπίτ για να γίνεστε πιο πλούσιοι κι ισχυροί μέχρι να κάνετε ένα οικολογικό ολοκαύτωμα και να πεθάνει όλος ο πλανήτης, να σκοτώσουμε εσάς, ό,τι σας έχει γεννήσει, ό,τι σας διατηρεί, όποιο σκυλί γαυγίζει για πάρτη σας, όποια γλώσσα σας γλείφει, όποια αρχή κι όποιο νόμο σας προστατεύει.
Γιατί όσους πολέμους κι αν υπόσχεστε, ο πραγματικός πόλεμος είναι ήδη εδώ, είναι ο ταξικός, κι είμαστε όλοι θύματά του, πραγματικός εχθρός μας είναι το Κεφάλαιο, κι αδέρφια και σύντροφοι μας δεν είναι όσοι έχουν την ίδια γλώσσα και την ίδια ταυτότητα, αλλά όσοι έχουν την φωτιά των κολασμένων στην καρδιά τους.
Εσείς έχετε να χάσετε τα πάντα, εμείς μόνο τις αλυσίδες μας. Θα σας σαρώσουμε και θα λευτερωθούμε. Το έχουμε ορκιστεί στα παιδιά μας, στους αγέννητους, στα ζώα, στα φυτά, στις θάλασσες, στους προγόνους μας, στους αντάρτες και στους ποιητές μας.

Δημοσιεύσεις στη Ροή

Η φράση «όμορφο, ηθικό, αγγελικά πλασμένο» προέρχεται από το ποίημα «Ο Κρητικός» του Διονυσίου Σολωμού

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Παππού Μιχάλη, τα μαύρα κορδελάκια είναι πολύ συνηθισμένα σ’Αυτά τα Μαύρα Χρόνια



Το 1947-48 στο Έκτακτο Στρατοδικείο Κιλκίς, την Τρίτη-Τετάρτη καταδίκαζαν και χαράματα Σαββάτου εκτελούσαν. Οι τόποι των εκτελέσεων ήταν συνήθως κοντά στο δημόσιο δρόμο για να είναι εύκολη η πρόσβαση των φορτηγών και κοντά στα νεκροταφεία, όπου πετούσαν από τον μαντρότοιχο τα πτώματα μέσα σε κοινούς λάκκους δίπλα στον τοίχο.
Ένα παράδειγμα εκτελέσεων στις γιορτές των Χριστουγέννων του ‘47
Βουβά μοιρολόγια στους τόπους της εκτέλεσης
Μα πως γίνεται να είναι έξι εκτελεσμένοι και πέντε μόνο αίματα; Ας τα μετρήσω πάλι. Ένα, δύο, τρία…μ’ αυτό εδώ το αίμα είναι πολύ, θα είναι από δύο. Ίσως ο θείος Μάμαντος ο Λαπουρίδης στην ύστατη στιγμή του ν’ αναλογίστηκε τα έξι του ορφανά (το τελευταίο ο Γιωργάκης, μωρό στην αγκαλιά) και να ‘πεσε στην αγκαλά του συγγενή του Γιάννη Βασιλειάδη για παρηγόρεια και να ‘σμιξαν τα αίματά τους.
Καλέ μου θείο Μάμαντε, με τ’ ολοστρόγγυλο και ροδαλό σαν της αυγής τον ήλιο πρόσωπό σου και με τα δυο σου κεφαλαία γράμματα (το Λ και το Μ, τα αρχικά του ονόματός σου), που χάραξες στην πόρτα του κελιού σου με τελευταία χρήση των πολύπαθων νυχιών σου, τουλάχιστο δε θα πονάνε πια τα πληγωμένα δάχτυλα με τα βγαλμένα νύχια σου.
Κι εσένα θείο Γιάννη Βασιλειάδη, προλάβανε τουλάχιστο να γιάνουν οι μαρτυρικές πληγές σου προτού να σε σκοτώσουν; Ποτέ μου δε θα σε ξεχάσω ήρωα θείο Γιάννη Βασιλειάδη, θείο Γαράγιαννε…Έτσι τον προσφώνησα την τελευταία φορά που τον είδα στο κελί των μελλοθάνατων και χαμογέλασε!
Μα θα την πω τούτη τη λεπτομέρεια:
Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου για να φτάσω στο μικρό παραθυράκι του κελιού και τούπα συνομωτικά: «Θείο Γαράγιαννε, εσύ που είσαι τόσο ηρωϊκός, δώσε κουράγιο στον αδελφό μου που είναι μικρός (μου το είπε η μάνα μου απ’ τον κρυψώνα της κι εγώ εκτελούσα με ευλάβεια τις εντολές της). Κι ο ήρωας Μεταλλικιώτης Γιάννης Βασιλειάδης, ο θείος «Γαράγιαννες» μου χαμογέλασε, και μια λάμψη απ’ τα μαργαριτάρια των όμορφων δοντιών του, φώτισε τη θλιμμένη παιδική ψυχή μου και καταγράφηκε ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Κι ύστερα ο θείος Γιάννης Βασιλειάδης μου είπε σοβαρά και επιγραματικά: «Ο Γιώργης είναι παλληκάρι και μας στηρίζει όλους! Αυτό να πεις στη μάνα σου».
Κι αυτό εδώ το λίγο αίμα; Θα ‘ναι σίγουρα του παπούλη μου του Σάββα Σοφιανίδη ανήμερα της Παναγίας. Σήμερα εκεί είναι ανθοπωλείο. Γλυκέ μου παππούλη, Σάββα, θα στέρεψε το αίμα σου στη σκέψη των ορφανών παιδιών του μοναχογιού σου του Λάζαρου, του κατασφαγμένου από της ΠΑΟ τα θεριά. Το πορτοφόλι σου το έδωσα, για το Νικολάκη. Σα μεγαλώνουν ο Νίκος και η Νίκη, τα εγγόνια σου, θα τους μιλήσω για σένα, για την τελευταία φορά που σε είδα στο κελί των μελλοθανάτων, για τον απίστευτο μεταλλικιώτικο ηρωϊσμό σου!
Κι εσένα, θείο Χάμπο Βαρενίδη, με τα πολλά μικρά παιδιά και το περίσσιο κιμπαρλίκι, θα σε κρατήσω στη μνήμη μου. Ήσουν ψηλός, λεπός με γκριζογάλανα μεγάλα μάτια, λιγομίλητος με μια τραγιάσκα προλεταριακή στ’ ολόξανθο κεφάλι σου.
Κι εσείς θείοι από το Κιλκίς και το Σερσεμπλή που δεν σας ξέρω παρά μονάχα από αυτό το νωπό ακομα αίμα (σας είδα μόνο μια φορά μετά την καταδίκη), θα σας θυμάμαι οπωσδήποτε. Θα θυμάμαι όλα τα κατακόκκινα αίματα, σ’ αυτό εδώ τον τόπο της εκτέλεσης, πλαϊ στη δημόσια (δεξιά καθώς φεύγουμε από το Κιλκίς, κι αριστερά καθώς ερχόμαστε από το Μεταλλικό).
Ε παππού μπαρμπά-Μιχάλη Αλμετίδη, με το παχύ στριφτό μουστάκι και το χοντρό ραβδί των μακρινών σου πορειών, μη θαρρείς και πως σε ξέχασα! Δεν ξέρω μόνο τον τόπο της εκτέλεσής σου (αλλού σκοτώναν στις αρχές). Ξέρω όμως, πως ήσουν από τους πρώτους ηρωϊκούς εκτελεσμένους του εγκληματικού στρατοδικείου του Κιλκίς. Ήταν Ιούνης περίοδος εξετάσεων στο Γυμνάσιο, και τα εγγόνια σου κλαίγανε και δεν μπορούσαν να διαβάσουν. Το θυμάμαι και απ’τα μαύρα κορδελάκια της εγγονής σου της Αλεξάνδρας της φιλενάδας μου, τα μαύρα κορδελάκια που λίγο αργότερα τα φόρεσα κι εγώ.
Παππού μπαρμπά-Μιχάλη, τα μαύρα κορδελάκια είναι πολύ συνηθισμένα σ’αυτά τα μαύρα χρόνια. 

Όλα σχεδόν τα γυμνασιοκόριτσα του χωριού μας και πολλά από τα γύρω χωριά, φοράνε μαύρα κορδελάκια στις πλεξούδες τους, σε αντικατάσταση των άσπρων που φοράνε υποχρεωτικά όλα τα κορίτσια του Γυμνασίου Κιλκίς.
 Ο γυμνασιάρχης μας πολύ ενοχλούνταν από τα μαύρα κορδελάκια μας. Στην αρχή, απειλούσε με αποβολές μα δεν έπιασε αυτό το μέτρο γιατί θα δημιουργούσε πρόβλημα λειτουργίας του σχολείου. Τόσα πολλά που γίνανε τα μαύρα κορδελάκια!
Παππού μπαρμπά-Μιχάλη, πολύξερε και σοφέ, θέλω να σε ρωτήσω κάτι: Μπορεί καμιά φορά, τα μαύρα κορδελάκια των γυμνασιοκόριτσων να γίνουν άσπρα περιστέρια; Θα’ναι τόσα πολλά που θα γεμίσει ειρήνη και ομορφιά ο τόπος μας και τότε δεν θα γράφω για σκοτωμένους και για αίματα, αλλά για αγάπη, χαρά και προκοπή.
Θείο Γρηγόρη Αυγητίδη, Θείο Γοργόρ, για σένα τι να πω και τι να γράψω; Δε βρίσκω λόγια για το μπόι σου και τον ηρωϊσμό σου. Μα κάθε φορά που περνάω από το Γεντί Κουλέ, κλείνω νοερά το γόνυ, εκεί στον τόπο των εκτελέσεων έξω από τείχη.
TO MΕΤΑΦΕΡΩ ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ το ΕΓΡΑΨΕ η ΣΟΦΙΑΝΙΔΟΥ ΘΟΔΩΡΑ! Το βρίσκω συγκλονιστικό!!!

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Μονάχα με κοιτούσε με τα υγρά του ματάκια και ψέλλιζε μάμι μάμι...

Από Yianis Makridakis
2 ώρ. ·
Το πουλάκι μου, μόνο στην αγκαλιά μου ησύχαζε. Ήτανε παγωμένο και έτρεμε σύγκορμο το κορμάκι του. Μόνο μάμι μάμι έλεγε, ούτε να κλάψει δεν είχε κουράγιο πια.
Είναι σε σοκ, μου είπε η κοπελιά με την άσπρη ρόμπα, που το είχε βάλει πριν από λίγα λεπτά στον αξονικό τομογράφο. Σε μεγάλο σοκ. Για αυτό δεν κούνησε καθόλου, ήτανε σαν μαρμαρωμένο στον αξονικό και τελειώσαμε γρήγορα. Έχει τραυματιστεί στον αυχένα. Κρατήστε το, αν θέλετε, να το παρηγορήσετε, αφού μόνο στην αγκαλιά σας ηρεμεί.
Το κράτησα, τι να έκανα.
Το πουλάκι μου
Εγώ βρέθηκα εκεί από τύχη. Μια ξαφνική αδιαθεσία με έστειλε στα επείγοντα εκείνη τη νύχτα. Εβδομηνταδύο χρόνων γυναίκα είμαι, φοβήθηκα, μένω και κοντά στο νοσοκομείο. Πήγα να με κοιτάξουνε. Έχω πάει κι άλλες φορές και ξέρω πόσο καλοί και εξυπηρετικοί είναι οι άνθρωποι εκεί. Με ηρεμούνε και φεύγω.
Προχτές όμως δεν πρόλαβαν να με εξετάσουνε. Ξαφνικά, εκεί που περίμενα τη σειρά μου, αρχίσανε να καταφτάνουνε τα φορεία.
Το ένα μετά το άλλο.
Τα σπρώχνανε άνθρωποι με τα ρούχα τους τα σπιτικά, όχι με ρόμπες.
Στην αρχή δεν κατάλαβα τι είχε γίνει, νόμιζα πως γινήκανε πολλά τρακαρίσματα μαζεμένα. Μετά είπανε για ναυάγιο.
Γέμισε στο λεφτό το νοσοκομείο. Άσπρες ρόμπες, πράσινες ρόμπες, πασούμια, φορεία, ανθρώπους που τρέχανε, ανθρώπους που βογγούσανε και κλαίγανε, παιδάκια πολλά, αχ τα πουλάκια μου. Ήτανε όλα τραυματισμένα και κλαίγανε τα ματάκια τους και φωνάζανε μάμι μάμι.
Πώς βρέθηκε άξαφνα μέσα στην αγκαλιά μου αυτό το μικρό αγοράκι, ούτε που το κατάλαβα.
Μου είχε περάσει η αδιαθεσία. Την είχα ξεχάσει δηλαδή. Σηκώθηκα μέσα σε όλον αυτόν τον μαύρο χαμό, για να βοηθήσω κι εγώ. Να κάνω ό,τι μπορούσα. Βοηθούσανε κι άλλοι άνθρωποι που ήταν εκεί. Άλλωστε και αυτοί που σπρώχνανε τα φορεία δεν ήξερες αν ήτανε νοσοκομιακοί ή άλλοι ανθρώποι που ήρθανε για βοήθεια. Με τα ρούχα τους, σαν που είχανε έρθει μέσα στη νύχτα από τα σπίτια τους, σπρώχνανε.
Πού είναι η μανούλα σου αγάπη μου, το ρωτούσα. Ποια είναι η μανούλα σου ψυχή μου;
Δεν καταλάβαινε το πουλάκι μου. Μονάχα με κοιτούσε με τα υγρά του ματάκια και ψέλλιζε μάμι μάμι.
Ευτυχώς, το τραύμα του στον αυχένα δεν ήτανε βαρύ. Εγώ το πήγα το πουλάκι μου στην Παιδιατρική κλινική. Εγώ το έβαλα στο κρεβατάκι που του δώσανε. Μου το άφησε η κοπελιά, η γιατρίνα, έξω από τον αξονικό τομογράφο και έφυγε τρέχοντας για να βάλει ένα άλλο παιδάκι μέσα, για ακτίνες. Μου είπε αφού σας λέει μαμά, κρατήστε το λίγο να το παρηγορήσετε. Το κράτησα, τι να κάνα. Σαν το εγγονάκι μου να 'τανε. Αλλά τότε θα ήξερα ποια είναι η μανούλα του και θα της το πήγαινα. Ο εγγονός μου είναι δεκαπέντε χρονών αλλά όταν ήτανε μικρός, έτσι τον είχα κι αυτόνε στην αγκαλιά μου όταν έλειπε η κόρη μου στη δουλειά της.
Μόλις άδειασε η αναπηρική καρέκλα, που φέρανε το άλλο παιδάκι για τις ακτίνες, είπα στον νοσοκόμο να κάτσουμε πάνω το πουλάκι μου και να το πάμε στην Παιδιατρική. Το έκατσα στην καρέκλα και του κρατούσα σε όλη τη διαδρομή το χεράκι του. Του έλεγα μη φοβάσαι αγάπη μου, μη φοβάσαι ψυχή μου, θα τη βρούμε τη μανούλα σου. Ο νοσοκόμος έσπρωχνε την αναπηρική με βήμα ταχύ, κι εγώ λάφαξα. Δεν μπορούσα όμως να μείνω πίσω. Έπρεπε να του κρατώ το χεράκι του και να του λέω πως θα τη βρούμε τη μανούλα του, για να είναι ήσυχο. Με κοιτούσε μέσα στα μάτια το πουλάκι μου συνέχεια.
Μόλις το βάλαμε στο κρεβάτι το σκέπασα με τα σκεπάσματα. Του τα κλείδωσα σφιχτά κάτω από το κορμάκι του, το πήρα μια σφιχτή αγκαλιά, του χάιδεψα τα μαλλάκια του και το φίλησα στο μέτωπο. Είπα την προσευχή μου και τρεξανε τότε για πρώτη φορά και τα δικά μου τα μάτια. Του εβρεξα τα μαγουλάκια του με τα δάκρυά μου. Θεέ μου μεγαλοδύναμε βοήθησε το κορμάκι Σου αυτό. Δεν έχει φταίξει σε τίποτα. Και όλα τα άλλα παιδάκια Σου Θε μου βοήθησέ τα απόψε.
Κοιμήθηκε το πουλάκι μου εξαντλημένο αμέσως. Ησύχασε η πνοούλα του.
Έφυγα από το νοσοκομείο ράκος
Αλλά η ψυχή μου ήτανε και είναι ακόμα στον ουρανό. Έτσι θα ναι και η ψυχή των γιατρών και των νοσοκόμων, σίγουρα. Θα πετάει στον ουρανό περήφανη για όλα αυτά που προσφέρανε.
Έμαθα πως ήτανε δώδεκα τέτοια αθώα παιδάκια μέσα στη βάρκα και δύο μες στην κοιλιά των μαμάδων τους που δεν άντεξαν. Από τα δώδεκα ζωντανά, ένα σκοτώθηκε και ένα το ψάχνουνε ακόμα, μέσα στην παγωμένη θάλασσα. Η μαμά του είναι στην εντατική, χαροπαλευει. Τι θα γινουνε αυτοί οι άνθρωποι; Τι θα γίνουμε όλοι μας Θεε μου;
Μα πώς έγινε αυτό το κακό; Δεν είναι άνθρωποι με ψυχή αυτοί που το κάνανε.
Έκανα δύο μέρες να συνεφέρω από την υπερένταση και να κατέβει η ψυχή μου από τα ουράνια. Χτες τηλεφώνησα στο νοσοκομείο και έμαθα πως είναι καλύτερα το πουλάκι μου. Τη μαμά του γυρεύει, μου είπε η νοσοκόμα.
Μάλλον σκοτώθηκε η μανούλα του. Σήμερα θα βάλω τα δυνατά μου, θα πάρω στα χέρια την ψυχή μου, ένα κουτάκι γλυκά, αναψυκτικά και ένα παιχνίδι, ένα αεροπλανάκι που έπαιζε μαζί του πριν λίγα χρόνια εγγονος μου και θα πάω στο νοσοκομείο, να το ξαναδώ το πουλάκι μου.
Να δω, θα με θυμηθεί;
Πιο καλά να μη με θυμηθεί.


                                    ******************************************
Manos Saridakis
2 ώρ. ·
Πριν ένα χρόνο κάποιος μηχανικός φωτισμού ισχυριζόταν ότι η έκρηξη στα Τέμπη οφειλόταν σε μετατροπή της κινητικής ενέργειας των τραίνων σε θερμική, “εξήγηση” που αναπαράχτηκε από πολλά μεγάλα ΜΜΕ. Από χτες, ένα Ναύαρχος εν αποστρατεία ισχυρίζεται ότι η σύγκρουση των δυο σκαφών στη Χίο οφείλεται στην αρχή Bernoulli, και συνεπώς δύο ομοπλέοντα σκάφη σε υψηλές ταχύτητες έλκονται πλευρικά, “εξήγηση” που αναπαράγουν κάποια ΜΜΕ (αυτή πρέπει να είναι η πιο βλακώδης εξήγηση στην Ιστορία των βλακωδών εξηγήσεων από καταβολής κόσμου). Καταλάβατε γιατί η διδασκαλία της Φυσικής πρέπει να είναι υποχρεωτική σε όλες τις τάξεις του σχολείου; Για να μπορούν οι πολίτες να αναγνωρίζουν την επιστημονικοφανή ψεκασμένη παλαβομάρα από την επιστημονική ανάλυση..

                                     *********************************************

"Το δικό μου κατακρεουργημένο πρόσωπο δε μετράει περισσότερο από το πρόσωπο που κατέσφαξε μια προπέλα του λιμενικού. Δε θα το επιτρέψω αυτό. Μόνο πάνω από το πτώμα μου."
Μια συγκλονιστική δήλωση από επιζώντα των Τεμπών που εκφράζει τον φόβο και την αγωνία του για τη ζημιά που έκανε στον αγώνα για δικαίωση και δικαιοσύνη η καπηλεία και οι ακροδεξιές θέσεις της Μαρίας Καρυστιανού.
"Το δικό μου κατακρεουργημένο πρόσωπο δε μετράει περισσότερο από το πρόσωπο που κατέσφαξε μια προπέλα του λιμενικού. Δε θα το επιτρέψω αυτό. Μόνο πάνω από το πτώμα μου.
Αναφέρω, για τα τυπικά, πως είμαι ο Αντώνης Αντωνίου, επιζών και πολυτραυματίας του κρατικού εγκλήματος των Τεμπών. Αναφέρω, για τα τυπικά, ότι η πληροφορία αυτή θα χρειαστεί παρακάτω.
Παρά τις απόψεις μου, πολιτικά και κοινωνικά, είμαι ένας πολύ μετριοπαθής άνθρωπος. Κρατώ τις απόψεις μου για τον εαυτό μου, και τις μοιράζομαι όταν είμαι απόλυτα σίγουρος για κάτι. Για όσα έχω γράψει, βάζω τα χέρια μου στη φωτιά, και το σπασμένο από το τρένο και το άθικτο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, παρατηρώ, καμιά φορά αμήχανα απραγής, τις κινήσεις του ανθρώπου που ο μέσος πολίτης έχει συνδέσει με τα Τέμπη. Της Μαρίας Καρυστιανού.
Είτε μ’ αρέσει είτε όχι (δε μ’ αρέσει), οι επιδιώξεις της έχουν φτάσει να ταυτίζονται με τις επιδιώξεις του κινήματος που ξεσήκωσαν τα Τέμπη. Κι εδώ είναι που βάζω τη δική μου κόκκινη γραμμή. Εδώ είναι που διαχωρίζω τη θέση μου. Όχι εξ ονόματός μου.
Όχι εξ ονόματός μου. Κανένας κρατικός θάνατος εξ ονόματός μου. Κανένας, καμία, τίποτα, δε θα φορτώσει σε μένα, έναν παραλίγο νεκρό του κράτους, άλλους δεκαπέντε νεκρούς του κράτους. Όχι εξ ονόματός μου.
Πριν σταθώ σε λέξεις και φράσεις από το χειρότερο, μέχρι το επόμενο, post της Μαρίας Καρυστιανού, να ξεκαθαρίσω κάτι, κάτι απαραίτητο και αδιαπραγμάτευτο. Ο αγώνας για τα Τέμπη δε σβήνει. Ο αγώνας φουντώνει. Οι άνθρωποι του αγώνα ανθίζουν. Έχω πεινάσει κι έχω χάσει ύπνο γι’ αυτό τον αγώνα. Έχοντας επίγνωση πόσο μικρή είναι η μάχη που έχω δώσει και δίνω μπροστά στη μάχη που έχουν δώσει άλλοι άνθρωποι των Τεμπών, δε γίνεται να επιτραπεί ο άθλος αυτός να καπηλευθεί, να αμαυρωθεί, να ποδηγετηθεί.
Είναι μια λυσσαλέα μάχη που δίνουμε με τον εαυτό μας, το κράτος, το οικονομικό και πολιτικό σύστημα που σκοτώνει παιδιά στις ράγες και στις ακτογραμμές. Απογορεύεται ρητά οι δικοί μας νεκροί να μετρήσουν περισσότερο από «τους άλλους». Απογορεύεται. Χωρίς ναι, μεν, αλλά. Απαγορεύεται.
Απαγορεύεται να ξεκινά μια δημοσίευση με δηλώσεις για «πόνο βαθύ», και η επόμενη λέξη που στέκεται δίπλα σε αυτές να είναι το «αλλά». Το ίδιο «αλλά» με το οποίο οι απολογητές της κυβέρνησης έντυσαν το συγχωροχάρτι που παλεύουν να χαρίσουν στην κυβέρνηση για 57 θάνατους και 150 και πλέον άδειες ζωές.
Το δικό μου κατακρεουργημένο πρόσωπο δε μετράει περισσότερο από το πρόσωπο που κατέσφαξε μια προπέλα του λιμενικού. Δε θα το επιτρέψω αυτό. Μόνο πάνω από το πτώμα μου.
Απαγορεύεται ένας πολίτης που κατηγορεί ευθέως τους νόμους και τους νομοθέτες, ένα βράδυ που πεθαίνει κόσμος που, αυτή τη φορά, δεν έχει σχέση με μας, να ζητά να τηρούνται οι νόμοι, «χωρίς να χωρεί αμφιβολία».
Όπως είπε, πολύ σωστά, ο Θοδωρής Ελευθεριάδης στην πιο πρόσφατη δημοσίευσή του:
«Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΜΠΗ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ.
Ανήκει στους νεκρούς μας και στους ζωντανούς που ζητούν δικαιοσύνη».
Και θα κλείσω εδώ.
Τα Τέμπη δεν ανήκουν σε κανέναν, καμία.
Οι νεκροί των Τεμπών κείτονται δίπλα από τις νεκρές της Βιολάντας, τα παιδιά και τις μανάδες της Χίου. Νεκροί από ένα σύστημα-φονιά.
Οι ζωντανοί και οι νεκροί δε θα δικαιωθούν μέχρι ο αγώνας για δικαιοσύνη να γίνει ο αγώνας για ισότητα. Μέχρι η τιμωρία να πάψει να είναι «παραδειγματική», αλλά ο τροχός της αλλαγής. Προς μια ζωή κι έναν κόσμο που θα μετρά τον άνθρωπο και θα βάλει σε δεύτερη μοίρα τα κέρδη. Χωρίς ημίμετρα, χωρίς ίσες αποστάσεις.
ΤΕΜΠΗ ΠΥΛΟΣ ΧΙΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΙΡΗΝΗ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Αντώνης Αντωνίου,
Βαγόνι 4 Θέση 65

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ο Μίκης για το έργο Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου

 


Απόσπασμα κειμένου του Μίκη Θεοδωράκη για το έργο Ρωμιοσύνη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ το 1995.
Ρωμιοσύνη 1966
Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Σύνθεση: 1966, Αθήνα
Ηχογραφήσεις:
1966, Γρηγόρης Μπιθικωτσης, Studio Columbia, ηχολήπτης ο Νίκος Κανελοπουλος.
1977, Χορωδία Τρικάλων υπό την διεύθυνση της Τ.Παπαστεφανου, Olymbia
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ)
… Μετά μπήκαμε ορμητικά στη θύελλα… Χρόνια αντίστασης. Παρανομία, συλλήψεις, μάχες, συλλαλητήρια
Ο Γιάννης Ρίτσος, τυλιγμένος και αυτός στους ίδιους ανέμους, να ταξιδεύει τις ίδιες τρικυμίες… Τον πρωτοείδα στη Λέσχη της ΕΠΟΝ. Ακαδημίας και Κριεζώτου, την Άνοιξη του 1945. είχα αναλάβει να ανακαλύψω και να συγκεντρώσω του άξιους νέους ποιητές και συγγραφείς, τον Κώστα Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Μιχάλη Κατσαρό και τόσους άλλους, που το όνομά τους θα το γνώριζε κάποτε όλη η Ελλάδα.

Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος, ο Ρώτας ήταν αυτοί, που ακούγοντας τα κείμενά τους και συζητώντας μαζί τους μια φορά την εβδομάδα, θα βοηθούσαν ώστε να γεννηθεί μια νέα γενιά ποιητών και συγγραφέων, η γενιά της Αντίστασης. Αυτή που δεν θα έβλεπε τα τραγικά δρώμενα απ΄έξω, σαν θεατής, αλλά από μέσα, σαν συμπάσχον, οργανικό τμήμα του μαρτυρικού μας λαού στο δρόμο προς το Γολγοθά, όπως τον είχε καταδικάσει η σκληρή του μοίρα.

Ήταν η Σχολή του Γιάννη Ρίτσου… Όπως την δίδαξε με το έργο του και με το παράδειγμά του. Αυτή ακριβώς, που με το θρίαμβο της αντεπανάστασης απ΄τη Χούντα έως σήμερα, προσπαθούν να φιμώσουν και να κατεδαφίσουν με κάθε μέσον, με κύριο όπλο την συνομωσία της σιωπής, διάφορα κέντρα και όργανα θλιβερά των νέων εξουσιαστών, που χτίζουν τη δύναμή τους επάνω στην ανοιχτή πληγή, επάνω στα ερείπια των Μύθων, που πέτυχαν να γίνουν έστω και για μια στιγμή φωτεινή πραγματικότητα.

Σκέπτομαι τώρα πως το πρώτο κοινό χαρακτηριστικό μας με τον Γιάννη Ρίτσο είναι αυτή ακριβώς η <<φωτεινή πραγματικό-τητα>>, που βιώσαμε με όλους τους πόρους της ψυχής και του κορμιού μας, γνωρίζοντας και πλάθοντας συγχρόνως τους Νέους Ελληνικούς Μύθους.

Ένα δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό υπήρξε η εργατικότητα. Πόσες φορές ο ποιητής, σα να ΄θελε να <<απολογηθεί>> για την παραγωγικότητά του, μου ΄λεγε για την απίστευτη εργατικότητα του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου, που άφησαν πίσω τους κολοσσιαία εργασία, όχι μόνο σε ποιότητα αλλά και σε ποσότητα (άλλο αν χάθηκαν τα πιο πολλά)…

Κι εγώ επικροτούσα επαυξάνοντας με τα παραδείγματα των Μπαχ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Μπετόβεν, Βάγκνερ και Βέρντι, που για την αντιγραφή και μόνο των έργων τους χρειάζονται δεκάδες χρόνια συνεχούς εργασίας…

Όταν βρισκόμασταν στην Αθήνα, επικοινωνούσαμε τηλεφωνικώς την ώρα του διαλείμματος, γύρω στις δώδεκα με μία το μεσημέρι.

Εκείνος ξεκινούσε την εργασία του κάθε πρωί, ό,τι και να συνέβαινε. Το ίδιο κι εγώ. Η διαφορά μας ήταν η ώρα που ξεκινούσαμε. Πολλές φορές τον ξεπερνούσα, όταν η έμπνευση με ξυπνούσε απ΄τις έξι και μερικές φορές στις πέντε το πρωί, όταν έξω ήταν ακόμα σκοτάδι. Τότε, το μεσημέρι, του διηγόμουν, πόσο συνταρακτική ήταν η αίσθηση, καθώς έβλεπα την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα να αναδύεται μέσα απ΄τη νύχτα, λες κι εκείνη τη στιγμή να έβλεπαν το φως για πρώτη φορά.

Η ελληνολατρεία στον Ρίτσο δεν ήταν εγκεφαλική αλλά βιωματική. Με το ταλέντο και τη συνεχή άσκηση είχε πετύχει να ενώσει μέσα του τους μύθους και τα τραγικά πρόσωπα του χθες με του σήμερα.

Άλλωστε η σχέση του με το κύριο υλικό της εργασίας του, τη γλώσσα, δείχνει ότι τον σαγήνευε και τον χάλκευε η βεβαιότητα ότι σμιλεύει την ίδια γλώσσα, την ελληνική από τον Όμηρο έως σήμερα. Πως όμως μπορούσε να γίνει άξιός της; Δίνοντάς της αντάξιο περιεχόμενο, που μόνο ένας ποιητής, φωνή του λαού και του καιρού του, μπορούσε να της προσφέρει.

Έτσι εξηγείται ο βαθύς και επώδυνος δεσμός του με το Λαό και τον Καιρό. Η συνέπειά του, η πίστη του και η απόφασή του να ζήσει – ακόμα και με κίνδυνο να καταστραφεί- όλα τα πάθη του Λαού, καθώς σφάδαζε μέσα στη δίνη των καιρών.

Ήθελε να γίνει αντάξιός τους, όχι απλώς με ένα ΜΕΡΟΣ, αλλά με το ΟΛΟΝ του εαυτού του. Έπρεπε να εισέλθει στην κάμινο της Δοκιμασίας ολόκληρος, όχι μόνο με το πνεύμα αλλά και με το σώμα, όχι μόνο με την φαντασία αλλά με την ευαισθησία και τον πόνο ακόμα και της τελευταίας φλέβας, ακόμα και του τελευταίου αιμάτινου αγγείου του σώματός του. Και γι΄αυτό ο Ρίτσος έγινε ΕΡΓΟ και ΣΥΜΒΟΛΟ άξιο να σταθεί πλάι στον Ανώνυμο Μάρτυρα, την ψυχή της Ελλάδας, αυτόν που τον οδήγησε στη θυσία η πεμπτουσία της συλλογικής μας συνείδησης, τα άγια των αγίων της Ρωμιοσύνης.

Στα δύο κορυφαία μου έργα στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ και τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε –όπως ακριβώς περιέγραψα και πριν- σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτιση μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα σύνορα της ποίησης και απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ΄όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη, ώσπου να πάρουν μια Τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ μου την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πρίν. Είχαν περάσει πρώτα από τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από τη ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ γα να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν. Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθειά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο <<Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό…>>, κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα, και συνέθεσα μονορούφι τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικό, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει : << Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας>>. Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή του και ο Ρίτσος, που από την εποχή του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή.

Το καλοκαίρι του ΄66 αποφασίσαμε να κάνουμε το μεγάλο άλμα : Συναυλία σε γήπεδο, μιας και δεν μας χωρούσαν πια οι μικρές αίθουσες. Διαλέξαμε την ΑΕΚ στη Ν. Φιλαδέλφεια. ήταν η πρώτη Λαϊκή Συναυλία σε ανοιχτό χώρο. Περάσαμε με το αυτοκίνητο και πήραμε απ΄το σπίτι τους τον Γιάννη και τη Φιλίτσα. Μπροστά στο γήπεδο, καθισμένοι στα καφενεία οι ηλικιωμένοι άντρες και γυναίκες, όλοι τους αντιστασιακοί, περίμεναν να μπουν πρώτοι.

Τι δεν έκανε η αντίδραση τότε, για να εμποδίσει το Λαό να ρθει να μας ακούσει! Εκατοντάδες με στολές γύρω γύρω, σαν μπαμπούλες, για να φοβίζουν. Άλλες εκατοντάδες χαφιέδες, για να αναγνωρίζουν και να τρομοκρατούν. Ως και το ηλεκτρικό ρεύμα σταμάτησαν, με αποτέλεσμα να μείνουν στο τούνελ οι συρμοί του ηλεκτρικού.

Εμείς με τον Ρίτσο βγαίναμε απ΄τα αποδυτήρια στο γήπεδο, που ήταν ακόμα άδειο. Κοιτάζαμε τον ουρανό και σαν μέλη κάποιου φανταστικού αρχαίου χορού φωνάζαμε μισοαστεία-μισοσοβαρά:

- Έλα Λαέ! Νίκησε Λαέ! Λαέ, δείξε τη δύναμή σου!

Και από μέσα οι γυναίκες μας να μας μαλώνουν, μήπως και μας ακούσει κανείς και μας περάσει για τρελούς… φαίνεται όμως πως οι προσευχές μας εισακούσθηκαν, γιατί αιφνιδίως το στάδιο γέμισε. Λες και ήταν συνεννοημένοι, όρμησαν όλοι μαζί, γυναίκες, άντρες, παιδιά. Ξεχύθηκαν απ΄τα σοκάκια και τα στενα…

Παραμέρισαν τη φανερή και τη μυστική τρομοκρατία και έγιναν στην αρχή ένα χαρούμενο, πολύβουο πλήθος, που μας γέμισε αγαλλίαση και αμέσως μετά ένα σιωπηλό, παλλόμενο εσωτερικά εκκλησίασμα.

Διηύθυνα πρώτα το Μαουτχάουζεν με τη Μαρία Φαραντούρη και μετά τη Ρωμιοσύνη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Ο Γιάννης Ρίτσος, καθισμένος ακριβώς πίσω μου, ρουφούσε τη συγκλονιστική στιγμή με όλους τους πόρους της ψυχής του.

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι. Ήταν προπαντός αυτή η μυστική μέθεξη όλων αυτών των χιλιάδων, που μέσα απ΄τη Ρωμιοσύνη ξαναζούσαν μέσα τους και ξαναδημιουργού-σαν ιδεατά το μέγα όνειρο που είχαν όλοι μαζί ζήσει, αφού οι ίδιοι το είχαν πρώτα δημιουργήσει…

Σταματώ ως εδώ την αφήγηση… 
Ίσως να θέλω στο βάθος να μείνουμε σ΄αυτή τη θεία και μοναδική στιγμή, που Ποίηση και Μουσική συλλειτουργούσαν με το Λαό, ενώ γύρω τους, γύρω απ΄το περικυκλωμένο γήπεδο, στριφογύριζαν απειλητικά οι σκιές των τσακαλιών, που ένα χρόνο αργότερα θα υποχρέωναν την πατρίδα μας να μπει σ΄αυτό το Μεγάλο Ταξίδι μέσα στη Νύχτα, που δεν έχει ακόμα τελειωμό…

Πηγή κειμένου: www.mikistheodorakis.gr


Εδώ μπορείτε να ακούσετε τα τραγούδια του έργου ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ:



Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε...

 

Σήμερα σιγοπαίζει κάπου στην άκρη του μυαλού μου το "Εμβατήριο της Σιωπής" του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ένα τραγούδι που γράφτηκε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.
Φυσικά πρόκειται για ένα τραγούδι βυθισμένο στην αριστερή μελαγχολία και την πολιτική υποχώρηση, χαρακτηριστικά μιας αριστεράς που είχε αρχίσει να τα ενστερνίζεται ήδη από τη δεκαετία του 1980 και τις εμφανείς αποτυχημένες προσπάθειες του Γκορμπατζόφ για την περιβόητη "ανασυγκρότηση" αλλά και το πολιτικό αδιέξοδο των άλλων δρόμων, των "δεύτερων" και "τρίτων" δρόμων προς το σοσιαλισμό.
Σε κάθε περίπτωση, η δική μου γενιά αναγκάστηκε να ζήσει χωρίς εκείνη τη "Γη της Επαγγελίας", χωρίς τη σοσιαλιστική πατρίδα που αποτελούσε τον κυματοθραύστη του καπιταλιστικού ρεαλισμού όχι μόνο στην πολιτική αλλά σε κάθε διάσταση του κοινωνικού. Από ένα σημείο και μετά, μάθαμε στην ωμότητα της δεοντολογίας πως "όλα πωλούνται και όλα αγοράζονται", καθώς όλα έχουν μια τιμή και ιδίως η ίδια η ανθρωπότητα. Και παρά τα δεκάδες στραβά της, καμία ΕΣΣΔ δεν θα ερχόταν πια να μας σώσει από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Η ιστορία είχε τελειώσει και ξεκινούσε χωρίς κανένα εμπόδιο, πια, το νεοφιλελεύθερο πάρτι.
Είδαμε τους μετανάστες της ΕΣΣΔ να φτάνουν στα πέρατα του κόσμου μέσα σε κρύα ψυγεία φορτηγών, παλιές δασκάλες και καθηγήτριες να γίνονται στην καλύτερη καθαρίστριες και σερβιτόρες στη χειρότερη θύματα trafficking, όσες επέζησαν από τα χέρια των διακινητών τους. Είδαμε παλιούς απόφοιτους του Πολυτεχνείου της Μόσχας να γίνονται εργάτες γης, μπετατζήδες, οδοκαθαριστές για λίγες δραχμές και μερικά μεταχειρισμένα ρούχα. Και μια στις τόσες, σε κάποιο διάλειμμα από την εργασία τους, να ψελλίζουν σε κάποιο ευήκοο αυτί κάποιον στίχο του Πούσκιν ή του Μαγιακόφσκι.
Είδαμε τα παράσημα και τις στολές εκείνων που κάποτε ισοπέδωσαν το Τρίτο Ράιχ και τον φασισμό, να πουλιούνται στις μαύρες αγορές του κόσμου για λίγα ρούβλια, η ιστορία του μεγαλύτερου αγώνα της ανθρωπότητας να δίνεται όσο-όσο για ένα καρβέλι ψωμί και λίγα μακαρόνια.
Αλλά κάποτε, σε εκείνο το βαθύ "κάποτε" του χρόνου, υπήρξαν και εκείνοι που αναφέρει ο Κηλαηδόνης στο σιωπηλό "Εμβατήριο" του, όχι ως ήρωες αλλά ως τα δρώντα υποκείμενα που τόλμησαν να ονειρευτούν έναν άλλον κόσμο, έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν εκμεταλλεύεται τον άλλον άνθρωπο, όπου η χειραφέτηση αποτελούσε ένα ανοιχτό πεδίο ακαθόριστων και διαρκών επιλογών και δεν χωρούσε μέσα σε ορολογίες και σε καπιταλιστικές βολικές ταμπέλες, όπου εκείνο το κόκκινο τρένο χάραζε καινούριες πορείες, καινούριες αξίες και καινούριους στοχασμούς στο μπόι των ανθρώπων.
Έναν κόσμο όπου πολύ απλά, η εργατική τάξη μπορούσε να ζήσει και να πεθάνει αξιοπρεπώς, μνημονεύοντας ενίοτε τους στίχους του Πούσκιν ή του Μαγιακόφσκι που τους έμαθε σε μια δημόσια παιδεία που ήταν για όλους. Μια εργατική τάξη που δεν θα ήταν πια το προλεταριάτο της διαρκούς εκμετάλλευσης και υφαρπαγής της υπεραξίας του, αλλά ο κεντρικός μοχλός που κινεί την ιστορία της ανθρωπότητας για την ίδια την ανθρωπότητα, όπως πάντα ήταν έτσι και αλλιώς.
Εκατομμύρια άνθρωποι έκλαψαν πικρά εκείνη την ημέρα του 1991, ακόμα και ορισμένοι που είχαν διαχωρίσει δεκαετίες νωρίτερα τις πολιτικές τους γραμμές από το ΚΚΣΕ. Εκατομμύρια καρδιές βούλιαξαν στην αριστερή μελαγχολία εκείνη τη βραδιά, μια κατάρα που δεν λέει να φύγει από πάνω μας τριανταπέντε χρόνια.
Ήταν το τέλος μια μεγάλης εποχής, μιας γενναίας εποχής όπου το κόκκινο τρένο έκανε μια αόριστη παύση στην πορεία του μέχρι να ξαναμπεί με φόρα στις καρδιές και στις συνειδήσεις των ανθρώπων που θα θελήσουν να σπάσουν μόνοι τους τις αλυσίδες που τους βαραίνουν.
Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε και εμείς, με το όνειρο μας φορτωμένο, που στις καρδιές βάζει φωτιά.
Αυτό το κόκκινο το τρένο, μάνα διαλέξαμε και εμείς, γιατί είναι από τη λευτεριά σταλμένο για το ταξίδι της ζωής.
Αυτό το κόκκινο το τρένο είναι για εμάς τίτλος τιμής.