Translate

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

31 Μάη 1919 βρέθηκε και αναγνωρίστηκε το πτώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ




Σαν σήμερα 31 Μάη 1919 βρέθηκε και αναγνωρίστηκε το πτώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ μετά από αυτοψία στο νοσοκομείο Χαριτέ, του Βερολίνου.

Στις 15 Γενάρη 1919, η νεαρή Γερμανική επανάσταση αποκεφαλίστηκε και σφραγίστηκε με το διπλό φόνο του Κάρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, οταν η Ασφάλεια κατάφερε να εντοπίσει το κρησφύγετο όπου κρύβονταν ο Λίμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ. Οι ασφαλίτες εισέβαλαν και συνέλαβαν τους δύο ηγέτες, τους οποίους μετέφεραν στο Επιτελείο Μεραρχίας Ιππικού της Φρουράς του Βερολίνου. Εκεί εκτελέστηκαν από αποθηριωμένους αξιωματικούς. Για να καλύψουν τα ίχνη τους, οι δολοφόνοι έστειλαν το πτώμα του Λίμπκνεχτ στο νεκροτομείο ως «πτώμα αγνώστου ανδρός», ενώ το πτώμα της Λούξεμπουργκ πετάχτηκε στο κανάλι Landwehr όπου βρέθηκε στις 31 του Μάη 1919.
Τίποτα από κείνη την περίοδο δεν πρέπει να ξεχαστεί!
************
Νίκου Καζαντζάκη ''Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ'':
...Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».
Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!
Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.
Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια:
«Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως μεόλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».
Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.
Και παρακάτω γράφει:
«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου· το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»
«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.
Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.
»Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».
Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:
«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.
»Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου· ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»
Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.
Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.
«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»
Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:
«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομον’η όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλω΄και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».
Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!
Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή: – Βοήθεια!
Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.
Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.
Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.
Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. ΄
Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.
Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας:
-Βοήθεια!»
Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.
Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
«Ο μικρός σκορπιός είπε: – Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!»
(απόσπασμα απο τον πρόλογο του Ν. Καζαντζάκη στο βιβλιο της Ρόζας Λούξεμπουργκ: ''Οργανωτικά προβλήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας'', μτρφ. Δ. Φασέα, εισαγωγή Αλ. Ρήγος, πρόλογος Ν. Καζαντζάκης «Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ», εκδόσεις Κοροντζής, Αθήνα,1927)

(Via Ελενη Μαρκακη)












Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Πάσχα 1949: Ο Δικός μας Αναστηθείς εκ Νεκρών !

 

Από Konstantinos Mpourxas 5 ώρ.

🔴🔵 24 Απρίλη του 1949...Μεγάλο Σάββατο Η 2η μεραρχία του Διαμαντή βρίσκεται εγκλωβισμένη στο ‘’Λαζόρεμμα‘’στη Γκιώνα κοντά στο χωριό Συκιά..Οι αντάρτες ολοι τους μαυροτένεροι, πεινασμένοι και τρισάθλιοι. Μεγάλο Σάββατο..ξημερώνει Λαμπρή..
🔴 Ο Πεντεδέκας από το Δαδί που έσωσε τον μικρό Γιαννάκη από τον Θάνατο ..ΚΑΙ Η....💥 Α Λ Η Θ Ι Ν Η Α Ν Α Σ Τ Α Σ Η....
✍️ ΜΗΤΣΟΣ ΑΔΡΥΜΗΣ ..Ενα χάος στροβιλίζεται στο μυαλό μας ...Πιάσαμε ο καθένας από έναν έλατο(Μας διηγείται η Ευσταθία Καψή από την Γλούνιστα - αδερφή του καπετάν - Ανάποδου)τυλιχτήκαμε με τις χλαίνες, βάλαμε προσκέφαλο το άδειο σακίδιο , πήραμε το ντουφέκι αγκαλιά και αφήσαμε τις σκέψεις μας στο κενό σε μια παρανοϊκή πραγματικότητα .
Τώρα είναι τόσο κοντά η ζωή και ο Θάνατος .
Ξεστρατισμένοι απ’ το φυσιολογικό δρόμο της ζωής .
Κανένας μας δεν θυμάται τίποτα .
Ούτε αν είναι Μέγα Σάββατο η ξημερώνει Λαμπρή.
Ενα χάος στροβιλίζεται στο μυαλό μας .
Ωστόσο ο μέραρχος μας ο Διαμαντής δέν έχει ύπνο .
Πηγαινοέρχεται ανήσυχος καπνίζοντας αρειμανίως , δεν τον χωράει ο τόπος , δίνει
οδηγίες για το αυριανό Πασχαλινό δρομολόγιο .
¨¨ Ορθρου βαθέος ¨¨ θα περάσουμε τον Μόρνο , στην παρυφή του χωριού Συκιά κι
ύστερα θα ανεβούμε στην Μουσουνίτσα , στα Βαρδούσια , κι ύστερα …….Βλέπουμε .
Μοιάζουμε όλοι γερασμένα λιοντάρια που δεν μπορούν να κονομήσουν την τροφή
τους . Μας πήρε ο ύπνος .
Μοιάζουμε άδειες σαμπρέλες για πέταμα με την ψυχή
βαρειά απ’ τον κατατρεγμό και τ’αδιέξοδα .
Ξεκινήσαμε ……. ημέρα Πάσχα 24 Απρίλη του 1949 .
Κατηφοριαστό το ρέμμα απότομο , γλυστράει , δεν μπορούμε να στεριώσουμε , και μείς ο ένας κοντά τον άλλον μοιάζουμε φαντάσματα πατώντας στα νύχια μην
δημιουργήσουμε θόρυβο λές και δεν είμαστε ¨¨ εκ του κόσμου τούτου ¨¨ .
Ο στρατός λουφαγμένος στο Λευκαδίτι δεν θέλει να χαλάσει την πασχαλιάτικη ευφροσύνη του ..
Ισως να έμαθε ότι διαβαίνει ο Διαμαντής…κι ο φόβος φυλάει τα έρμα .
Περάσαμε τις παρυφές του χωριού και φτάσαμε στον Μόρνο
Το ποτάμι κατέβαινε ορμητικό σαν θυμωμένο στοιχειό . Αφριζε και βούϊζε .
Αρμαθιαστήκαμε ομάδα ομάδα και ριχνόμαστε στο παγωμένο νερό που μας χτύπαγε κατάστηθα .
Μαζί μας και ένας μεσόκοπος τσοπάνης ο Κουβέλης απ’ το Συγκρέλο , που είχε μαζί του και το μικρό του γυιό το Γιαννάκη 14 χρονών , ένα λιπόσαρκο , αδύνατο πλασματάκι που μας ακολουθούσε αδιαμαρτύρητα .
Πολλοί από εμάς πρότειναν να πάρουν το Γιαννάκη στον ώμο τους αλλά ο Κουβέλης ηταν ανένδοτος .
Εβαλε λοιπόν το Γιαννάκη στο δικό του σβέρκο καβάλα και μπήκε στο νερό .
Κάπου όμως παραπάτησε και ο μικρός Γιαννάκης έπεσε καταμεσίς στο αφρισμένο ποτάμι .
Το ορμητικό ρεύμα τον άρπαξε σαν να ηταν κουρέλι και με γρηγοράδα τον ανεβοκατέβαζε στον άγριο κυματισμό του ωσπου χάθηκε απ’ τα μάτια μας στο βάθος του ποταμιού .
Εμείς βγαίνοντας ένας ένας πότε πενήντα πότε εκατό μέτρα παρακάτω γιατί μας παράσερνε το ρεύμα του ποταμιού καθόμαστε λίγο να στραγγίσουμε και το κορμί μας και η ψυχή μας έβραζαν από οργή .
Το πνίξιμο του μικρού Γιαννάκη μας είχε συγκινήσει , κι ο δόλιος πατέρας δεν είχε το κουράγιο να εκδηλώσει τον πόνο του, ακολουθούσε αναμαλλιασμένος και
σκυφτός απ’ τις κακουχίες και με δάκρυα στα μάτια ολο μουρμούριζε .. ….
¨¨ ΩΧ παιδάκι μ ‘ ¨¨ και εμείς ολο ανεβαίναμε το χιονισμένο βουνό έχοντας για μουσική το βασανισμένο κλάμα του Κουβέλη ¨¨ΩΧ Παιδάκι μ’ ¨¨
Φτάσαμε στο ελατοδάσος μεταξύ Κονιάκου και Μουσουνίτσας και σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσσα και να συγκεντρωθούμε .
Τότε ήταν που ήρθε και σε μας το μήνυμα της Ανάστασης .
Είδαμε το μικρό Γιαννάκη ζωντανό κι όρθιο ανάμεσά μας αχνό και γελαστό και να πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα του .
Κοιτάζουμε όλοι αποσβολωμένοι ………Κοιτάζουμε !!!!
Αναζητούμε τα ¨¨εντάφια σπάργανᨨ, τους ¨¨ τύπους των ήλων ¨¨ , Τίποτα !!!
Ο πατέρας κλαίει από χαρά χαϊδεύοντας το κεφάλι του γυιού του .
Εμείς μείναμε κοκκαλωμένοι ……σύξυλοι ….στον τόπο .
Σε κανένα θέατρο του κόσμου δεν ξαναπαίχτηκε τόσο τραγική θέαση , όπως σε αυτό το σκηνικό σήμερα .
Να που και εμείς οι καταραμένοι , οι κολασμένοι , οι αποκηρυγμένοι , οι απόβλητοι , είχαμε την δική μας ΑΝΑΣΤΑΣΗ !!!!!!
Ο δικός μας Χριστός ‘ηταν μικρούλης χλομός- χλομός βρεγμένος , και πεινασμένος .
Μας κοίταζε ολους χωρίς υποσχέσεις .
Τον πλησιάζουμε όλοι και τον χαϊδεύουμε ,κάτω απ’ τα κουρέλια χτυπάει η παιδική του καρδούλα , φωλιάζει μια ψυχή που γύρισε απ’ το θάνατο .
Ψάχνουμε τις τσέπες μας , τα σακίδιά μας μην υπάρχει τίποτα να φυλέψουμε το Γιαννάκη . Τίποτα , Τίποτα , Τίποτα !!!
Οι σύντροφοι που τον έφεραν μας διηγήθηκαν την Ιστορία
Μια διμοιρία με τον Κώστα τον Πεντεδέκα απ’ το Δαδί βάδιζε σαν πλαγιοφυλακή δίπλα στο ποτάμι καμμιά πεντακοσαριά μέτρα παρακάτω .
Είχε ξημερώσει και πρόσεξαν οι αντάρτες ένα κουρέλι στην όχθη .
Πλησίασαν και είδαν το ανταρτόπουλο ακίνητο , κίτρινο , νεκρό .
Γρήγορα ο Πεντεδέκας το άρπαξε , το σήκωσε με το κεφάλι κάτω και άδειασε το νερό που είχε πιεί .( Ο Κώστας ηταν τελειόφοιτος της Γυμναστικής Ακαδημίας και
κάτεχε από τέτοια )
Το έτριψε , του έκανε μαλάξεις αναπνευστικές και το παιδί άρχισε να ζωντανεύει , σήκωσε το καλαμένιο κορμάκι του και περπάτησε ακολουθώντας τους αντάρτες στην ανηφορική πορεία προς τα Βαρδούσια αυτός
<< Ο αναστηθείς εκ νεκρών >>
Και όλοι ρωτούσαμε πώς πέρασε στο Αδη .
Ο Κουβέλης έβγαλε λίγο αλεύρι που φύλαγε στο σακίδιό του , το έβαλε σε ‘ένα άδειο κονσερβοκούτι έριξε και λίγο χιόνι για νερό και το έδωσε στον Γιαννάκη για να ψυχοπιάσει .
Παρακολουθούσαμε αμίλητοι ολοι το φοβερό θέαμα .
Θέλαμε να κλάψουμε μα δεν μπορούσαμε τα δάκρυα είχαν στεγνώσει στις καρδιές μας και είχαμε χάσει ολοι την
δύναμή μας .
Δεν μπορούσα να βρίσω , να ψιθυρίσω έστω ένα στιχάκι .!!!!
Ενοιωθα τα σαγόνια μου να τρέμουν απ’ την οργή και το παράπονο .
Αφτού είχαμε φτάσει .Η κούραση και η νύστα μας είχαν διαλύσει .
Φτάσαμε επιτέλους στο Γιδοβούνι , κοντά μεσάνυχτα .
Σκάβουμε στο χιόνι , που είναι παγωμένο σαν πέτρα να βρούμε μαύρη γής .
Κόψαμε κλωνάρια απ’ τά έλατα για να φτιάξουμε στρώμα μην μας γκιάξει το κρύο .
¨
Ενα παρόμοιο μικρό γιατάκι έτοίμασε και ο Κουβέλης και ξάπλωσε μαζί με τον νεκραναστημένο Γιαννάκη ,τον δικό μας Χριστό που αναστήθηκε στο Μόρνο το σωτήριο έτος 1949 24 του Απρίλη…
Απο Γιώργος Παρνασσιώτης



Δημήτρης Τάκης
Απ' τις ιστορίες που σου χαρακωνουν βαθιά την ψυχή και την καρδιά αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια.
Έχουμε χρέος να συνεχίσουμε τον αγώνα αυτών των συντρόφων.
Ως Κομμουνιστές κι ως άνθρωποι έχουμε βαριά ευθύνη.
Το λέω και θα το λέω πάντα....

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Το Πάσχα και η Ταξική του Διάσταση - Του Γ. Μ. Σαρηγιάννη

 

Το Πάσχα και η ταξική του διάσταση
Ένα επίκαιρο -λόγω των ημερών- άρθρο του Γ. Μ. Σαρηγιάννη, που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη στις 26/4/1997
(...) Στο χριστιανικό Πάσχα το κύριο στοιχείο είναι τα Πάθη του Χριστού. Και εδώ θα πρέπει να τονιστούν:
Πρώτο, ο Ιησούς Χριστός ήταν Εβραίος, που δεν αμφισβήτησε το μωσαϊκό νόμο, αλλά απαίτησε την εφαρμογή του που είχαν διαστρεβλώσει οι τότε ιθύνοντες, η πολεμική του εστιαζόταν στους Γραμματείς και τους Φαρισαίους και στους Ιουδαίους φοροεισπράκτορες της Ρώμης, τους τελώνες, και όχι στους στρατιωτικούς διοικητές της Ρώμης, δηλαδή επρόκειτο για καθαρά κοινωνική επανάσταση και όχι "εθνική", θα λέγαμε σήμερα, "κατά της ξένης και ντόπιας ολιγαρχίας".
Δεύτερο, ότι ο ίδιος ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Μεσσίας ή ο υιός του Θεού, τόνιζε πάντα ότι ήταν ο "υιός του ανθρώπου". Τα κηρύγματά του είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα αναπόφευκτα, δεδομένου ότι κάθε κοινωνικό κίνημα στην προκαπιταλιστική εποχή περιβαλλόταν θρησκευτικό μανδύα και από ό,τι φαίνεται η θεοποίηση του Ιησού έγινε μεταγενέστερα από τους Αποστόλους.
Πέρα από την πολεμική του για την παραβίαση του μωσαϊκού νόμου από τους ιθύνοντες, επέκτεινε μερικές βασικές αρχές του ιουδαϊσμού εκσυγχρονίζοντάς τες, όπως η ισότητα όλων των ανθρώπων.
Προπαγάνδιζε μια κομμουνιστική κοινοκτημοσύνη, που εκφράστηκε στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους με τα κοινόβια, τα κοινά συσσίτια και την άρνηση της ιδιοκτησίας. Η προέλευσή του ήταν από τις ομάδες των Εσσαίων που είχαν αποτραβηχτεί σε κοινόβια (όπως τα σημερινά κιμπούτς) στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας, τα περισσότερα κεφάλαια της διδασκαλίας του είχαν ήδη εφαρμοστεί από τους Εσσαίους στα κοινόβιά τους και σε απλοποιημένη έκφραση ήταν μια επιστροφή στις ρίζες του ιουδαϊσμού.
Ακριβώς η διαφορά του Ιησού από τους Εσσαίους ήταν ότι δεν αποτραβήχτηκε στα κοινόβιά τους, αλλά πήγε αγωνιστικά μέσα στις πόλεις και κήρυξε στο τότε προλεταριάτο.
Και φυσικά εξοντώθηκε με εντολή της ιουδαϊκής άρχουσας τάξης (τους Ρωμαίους τους βόλευε να μείνουν φαινομενικά έξω από το έγκλημα "νίπτοντες τας χείρας τους" (και στη Μακρόνησο, Ελληνες διοικούσαν και δρούσαν, και τον Μπελογιάννη Ελληνες δικαστές τον καταδίκασαν, Ελληνες πολιτικοί "επέτρεψαν" την εκτέλεσή του και Ελληνες στρατιωτικοί τον εκτέλεσαν, οι επικυρίαρχοι Αμερικανοί ένιπταν τας χείρας των "μη επεμβαίνοντας" στην ελληνική Δικαιοσύνη και ελληνική πολιτική εξουσία...).
Η κοινωνική αυτή εξέγερση ρίζωσε αργότερα σε πλατιές μάζες, επέζησε διωγμών και εκατομβών θυμάτων (όπως είπε στην απολογία του ο Μπελογιάννης, οι πρώτοι χριστιανοί αγωνίζονταν για έναν κόσμο που θα απολάμβαναν αμέσως μετά το μαρτύριο και το θάνατό τους, τον Παράδεισο, ενώ οι κομμουνιστές αγωνίζονται για έναν κόσμο που οι ίδιοι δε θα γευτούν).
Μετά την εξάπλωσή τους, όμως, ακολούθησαν τη μοίρα πολλών κοινωνικών κινημάτων, οι ίδιοι οι δικοί τους, τους πρόδωσαν, δημιουργώντας μια ξεχωριστή τάξη ιθυνόντων, την επισκοπική νομενκλατούρα, η οποία "αποκάθαρε" τις αρχές του κινήματος εξαφανίζοντας τις επαναστατικές και ανατρεπτικές διακηρύξεις του, και το μετέτρεψε σε ένα θρησκόληπτο πλαίσιο υποταγής στους ανωτέρους, τυφλής υπακοής και δουλικής εξυπηρέτησης στο ιερατείο, που έγινε χειρότερο από τους καταγγελθέντες Γραμματείς και Φαρισαίους.
Είναι προφανές ότι, αν ξαναρχόταν ο Χριστός, το χριστιανικό ιερατείο θα τον ξανασταύρωνε, και το κάνει άλλωστε κάθε μέρα...
(το λινκ για ολόκληρο το άρθρο https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3640482 )
ο Γ. Μ. Σαρηγιάννης, είναι ομότιμος καθηγητής Ε.Μ.Π
* Στη φωτο: «ΚΑΤΕΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ. ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ»,
Εργο του CEREZO BARREDO.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Μια Ματιά στο «όμορφο αγγελικά πλασμένο» Κόσμο Σας #Κυκλοθυμικός

 


Γεννήθηκες στην ρωγμή του χρόνου, 1990, στο «τέλος της ιστορίας», τότε που η επανάσταση δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο ερείπια ενός μισογκρεμισμένου τοίχους, τότε που η ελευθερία –της αγοράς- είχε νικήσει, τότε που τέλειωνε οριστικά η τριλογία των παγκόσμιων πολέμων (πρώτος, δεύτερος, ψυχρός), στην εποχή των μεγάλων υποσχέσεων.
Ποτέ στην ιστορία του ο άνθρωπος δεν ήταν τόσο σίγουρος ότι βρήκε το κλειδί της ευτυχίας, ποτέ δε μπούκωσε με περισσότερες υποσχέσεις κι ελπίδες.
Υποσχέσεις πάνω στα ράφια των σουπερμάρκετ, στις διαφημίσεις πίτσας, στα πρώτα παγκοσμιοποιημένα σήριαλ, στις κάννες των όπλων, στους δείκτες των χρηματιστηρίων, στα σύνορα που άνοιγαν, στις υπογραφές των διευρυμένων ενώσεων. Έγραφε η τσούλα η ιστορία πως ξοφλήσαμε. Τα μαρξιστικά βιβλία σκονίζονται στις βιβλιοθήκες και τα τραπεζάκια γεμίζουν με τα περιοδικά του Κωστόπουλου.
Για 18 χρόνια δεν ήμασταν παιδιά κι έφηβοι, αλλά παράλληλα πρότζεκτ έτοιμα να μονομαχήσουν, ήμασταν άλογα κούρσας που τα προετοίμαζαν για τις πιο σκληρές αρένες, τα σχολεία δεν ήταν παρά γυμναστήρια ιπποδρόμου.
Ξεκοιλιασμένα στα παιδικά μας δωμάτια τα παιχνίδια, τα απογεύματα πέθαιναν στα μπαλκόνια μας χωρίς μια κλωτσιά στη μπάλα, χωρίς ένα ραβασάκι στο κορίτσι, χωρίς ένα κυνηγητό στην αλάνα, τα πολυδιαφημισμένα καλύτερα μας χρόνια ήταν μόνο βιομηχανικά απόβλητα και τοξικοί ρύποι, ανοιχτές πληγές.
Διάβασμα, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, δεξιότητες, ξανά διάβασμα, εξετάσεις, διαγωνίσματα, άγχος, κλάματα, φορτωμένες τσάντες.
Εκκολαπτήρια γιάπηδων τα σπίτια μας, η ενήλικη ζωή που θα ερχόταν ήταν η εταιρική στοχοθεσία για διεύρυνση κερδών κι ανάπτυξη του ζωτικού χώρου μέσω της κοινωνικής κινητικότητας.
Εμείς δε θα δουλεύαμε όσο οι γονείς κι οι παππούδες μας, δε θα υποφέραμε τόσο, μα πριν προλάβουμε να ονειρευτούμε, μας έχωναν ξανά το κεφάλι μέσα στο νερό.
Και γίναμε ενήλικες και μπήκαμε στα πανεπιστήμια, στα μεταπτυχιακά και στα προγράμματα. Στο πρώτο έτος ένας μπάτσος μας σκότωσε τον Αλέξη. Μας καθησύχαζαν πως το περιστατικό ήταν μεμονωμένο, μα το τραύμα ήταν διαμπερές, είχε περάσει και τα δικά μας σώματα, αγγίζαμε το αίμα, το νιώθαμε στο στόμα μας.
Κι ύστερα ήρθαν τα μνημόνια. Δεν είχαμε προλάβει να τελειώσουμε τις σχολές. Όλα τα μεγάλα λόγια που μας υπόσχονταν τα έτρωγαν οι δαγκάνες από τα σκουπιδιάρικα, όλες μας οι θυσίες ξάπλωναν τεμαχισμένες στις χωματερές.
Φταίγαμε, μας είπαν. Ήμασταν τεμπέληδες και γουρούνια, κλέβαμε και τρώγαμε μαζί, ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητες μας. Γεννήθηκες Έλληνας θες θέρμανση, διακοπές και σπίτι; Πού ακούστηκε; Ο Ελβετός τι να ζητήσει δηλαδή;
Έσωσαν τουλάχιστον τις τράπεζές τους κι ύστερα μας τιμωρούσαν για 10 χρόνια για παραδειγματισμό, να μας μαστιγώνουν να ακούνε τα ουρλιαχτά μας οι άλλοι Ευρωπαίοι και να παραμένουν καλά παιδάκια, να βγάζουν τον σκασμό να μην έρθει κι η σειρά τους.
Βγήκαμε σαν τρομαγμένα παιδιά από τις σχολές μας και συναντήσαμε
υποκατώτατους μισθούς, διαλυμένα νοσοκομείο, ξεπουλημένο εθνικό πλούτο, σκισμένα εργασιακά δικαιώματα, φασίστες να γυρίζουν στους δρόμους και να σκοτώνουν αδέρφια μας, ρημαγμένη αγορά εργασίας, ανεργία, φοροληστείες και χαράτσια, αστέγους, μισθούς που καταβάλλονταν αν κι εφόσον, ένα κίνημα ξεπουλημένο από την πρώτη φορά Αριστερά.
Οι παρέες μας διαλύθηκαν, άλλος στην Αμερική, άλλος στην Αγγλία, άλλος στην Σλοβακία, άλλος στην Τσεχία, άλλος στην Γερμανία, άλλος στην Σουηδία, άλλος στα καράβια.
Και μόνο μιαν ερώτηση ακούνε όλη την ώρα
Αν θα γυρίσουν κάποτε ή τώρα
Παγώνει τότε η φωνή και η στιγμή που ζούμε
Μέχρι να βγει απ' το στόμα το θα δούμε
Κι ύστερα η πανδημία.
Τα νιάτα μας κλειδώθηκαν μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα. Τα λεφτά για νοσοκομεία και ΜΜΜ φαγώθηκαν, οι νεκροί αυξάνονταν, αλλά ήμασταν καλύτερα από το Βέλγιο, για λίγο, μετά δεν ήμασταν καλύτερα από κανέναν.
Ο ιός περνούσε όταν ήταν να πάμε στις δουλειές μας κι όταν έρχονταν οι τουρίστες κι εμφανιζόταν ξανά όταν γυρίζαμε σπίτι, όταν θέλαμε να δούμε τον άνθρωπό μας, όταν θέλαμε να χαιρετίσουμε τους γονείς μας.
Στα περιφερειακά νοσοκομεία δε σώθηκε κανείς, δεν έβαλαν ούτε ένα λεωφορείο παραπάνω, οι διάδρομοι έγιναν εντατικές κι η αστυνομία γύριζε στους δρόμους να σπάσει στο ξύλο όποιον έβγαινε να πάρει μια ανάσα. Όσοι δεν χάθηκαν από τον ιό, χάθηκαν από την ψέκα. Βυθίστηκε ο κόσμος στο σκοτάδι, τυφλώθηκε.
Τέλειωσε κι η πανδημία κι ήρθε η ώρα να πληρώσουμε τα σπασμένα.
Η μια κρίση ενωνόταν με την άλλη από το 2008 σε ένα ιδιότυπο γαϊτανάκι γύρω από το λαιμό μας. Τώρα πληθωρισμός, καρτέλ και φτώχεια. Τώρα που η πραγματική ανάπτυξη παγώνει, ο πλούτος συγκεντρώνεται πιο άπληστα, πιο γρήγορα, πιο βίαια σε δέκα τσέπες και για εμάς δε μένει ψίχουλο, τώρα οι ανταγωνισμοί κορυφώνονται, η Αμερική έχει ισχυρούς εχθρούς κι ο θρόνος της έχει πιτσικάρει.
Είδαμε νέους πολέμους, είδαμε νέα προσφυγιά, είδαμε εμφυλίους, είδαμε απειλές για πυρηνικά ολοκαυτώματα, είδαμε και βλέπουμε σε live εικόνα την γενοκτονία και το πετσόκομμα ενός ολόκληρου λαού. Η μια χώρα μετά την άλλη είτε βυθίζεται στο χάος του πολέμου είτε μεταφέρεται –με δημοκρατικές διαδικασίες βεβαίως βεβαίως- στο νεοφασιστικό τόξο.
Κι έρχονται αυτοί που όταν ήμασταν παιδιά μας προετοίμαζαν για άλογα κούρσας, που όταν γίναμε φοιτητές μας σκότωσαν το μέλλον, που όταν βγήκαμε στην δουλειά μας έστειλαν στο εξωτερικό και μας έκαναν σκλάβους σε σύγχρονες φάμπρικες, που όταν τριανταρίσαμε μας πέταξαν σε μια φτώχεια που δεν τελειώνει, σε μια πείνα που απλώνεται σαν χολέρα, αυτοί ντε που μας πατάνε το κεφάλι με το πόδι τους, που μας αρμέγουν όσο τριγυρνάμε ζωντανοί νεκροί σε μποντιλιαρισμένους δρόμους, αυτοί που ζούνε σε βίλες εκατομμυρίων, που κινούνται με υπερπολυτελή αμάξια και κότερα, που κάνουν πάρτι εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, που ένα γεύμα τους κοστίζει όσο ο ετήσιος προϋπολογισμός μας, που πνίγονται στις κόκες και στις βίζιτες με τα κουστουμάκια της τελευταίας λέξης της μόδας να μας πουν τι;
Τι γαμώ τον καπιταλισμό τους;
Να πεθάνουμε λέει, να εθιστούμε στους τάφους λέει, να φάμε σφαίρες στο κεφάλι, λέει, για να κάνουμε πολέμους, λέει. Και μετά να μας βάλουν μια σημαία στο φέρετρο, την ελληνική ή της ΕΕ. Δίνουν κι επιλογή. Να πεθάνουμε για να μοιράσουν τα πετρέλαια και τα φυσικά τους αέρια κι αν δεν πεθάνουμε μετά να γίνουμε ξανά σκλάβοι στα εργοστάσια και στη βιομηχανία τους. Τόσο ξεδιάντροπα το είπαν, τόσο ανοιχτά.
Και δεν είναι τίποτα σεξιστές. Όχι. Ισότητα. Να πεθάνουν τα αγόρια, να πεθάνουν και τα κορίτσια. Εθνικό καθήκον. Περισσότεροι τάφοι, περισσότερα κέρδη, περισσότερα ταρατατζουμ ταρατατζουμ για πατρίδες, σημαίες, θρησκείες, προγόνους. Καραμέλα που δε λιώνει ποτέ.
Ακούστε, όμως, τι γίνεται.
Όντως η ιστορία πολλές φορές έχει γραφτεί έτσι, άλλα κάποιες φορές έχει γραφτεί κι αλλιώς. Κι αν όντως έχουμε φτάσει σε αυτό το τέλμα που πρέπει να πάρουμε τα όπλα και να εθιστούμε στα φέρετρα υπάρχει κι άλλος τρόπος, κι άλλος δρόμος.
Αντί να σκοτωνόμαστε εμέις στο ριπίτ για να γίνεστε πιο πλούσιοι κι ισχυροί μέχρι να κάνετε ένα οικολογικό ολοκαύτωμα και να πεθάνει όλος ο πλανήτης, να σκοτώσουμε εσάς, ό,τι σας έχει γεννήσει, ό,τι σας διατηρεί, όποιο σκυλί γαυγίζει για πάρτη σας, όποια γλώσσα σας γλείφει, όποια αρχή κι όποιο νόμο σας προστατεύει.
Γιατί όσους πολέμους κι αν υπόσχεστε, ο πραγματικός πόλεμος είναι ήδη εδώ, είναι ο ταξικός, κι είμαστε όλοι θύματά του, πραγματικός εχθρός μας είναι το Κεφάλαιο, κι αδέρφια και σύντροφοι μας δεν είναι όσοι έχουν την ίδια γλώσσα και την ίδια ταυτότητα, αλλά όσοι έχουν την φωτιά των κολασμένων στην καρδιά τους.
Εσείς έχετε να χάσετε τα πάντα, εμείς μόνο τις αλυσίδες μας. Θα σας σαρώσουμε και θα λευτερωθούμε. Το έχουμε ορκιστεί στα παιδιά μας, στους αγέννητους, στα ζώα, στα φυτά, στις θάλασσες, στους προγόνους μας, στους αντάρτες και στους ποιητές μας.

Δημοσιεύσεις στη Ροή

Η φράση «όμορφο, ηθικό, αγγελικά πλασμένο» προέρχεται από το ποίημα «Ο Κρητικός» του Διονυσίου Σολωμού