Translate

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ του Manoy Douka





Αγαπημένα 5 Ιουνίου 2020 
5 – 10 Ιούνη 1967 : «Ο Πόλεμος των 6 Ημερών» ...
Η περιοχή της Παλαιστίνης, από το 1923, βρισκόταν υπό Βρετανική διοίκηση με εντολή της Κοινωνίας των Εθνών. Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1947, ο ΟΗΕ ανέλαβε τον έλεγχο της Παλαιστίνης, όπου κατοικούσαν 590.000 Εβραίοι και 1.320.000 Άραβες. Στις 29 Νοεμβρίου 1947, ο ΟΗΕ αποφάσισε να δημιουργηθεί κράτος του Ισραήλ και να χωριστεί η Παλαιστίνη σε δύο κράτη, το Ισραηλινό με 55,5% του εδάφους και το Αραβικό με 45,5% του εδάφους. Το Εβραϊκό κράτος ανακηρύσσεται στις 14 Μαΐου 1948 (ημέρα που οι Παλαιστίνιοι την ονομάζουν «Ημέρα της Καταστροφής» – «Nakba»).
ΠΡΩΤΟΣ ΑΡΑΒΟΪΣΡΑΗΛΙΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Την επόμενη μέρα πέντε αραβικές χώρες (Αίγυπτος, Ιορδανία, Συρία, Λίβανος και Ιράκ) εισέβαλαν με την συμμετοχή στρατευμάτων και από την Υεμένη και τη Σαουδική Αραβία, στα εδάφη του Ισραήλ (1ος Αραβοϊσραηλινός πόλεμος). Τα Αραβικά κράτη ήταν αντίθετα με τη δημιουργία Ισραηλινού κράτους. Η Αίγυπτος προσάρτησε το Σινά και τη Γάζα και η Ιορδανία τη Δυτική Όχθη. Αλλά και το Ισραήλ πήρε εδάφη περισσότερα από όσα του έδινε ο ΟΗΕ το 1947, μαζί και τη μισή Ιερουσαλήμ. Μετά από ένα χρόνο εχθροπραξιών, κι αφού το Ισραήλ δεν νικήθηκε, υπεγράφη ανακωχή. Εκείνο που… δεν «εμφανίστηκε» πουθενά, ήταν το κράτος των Παλαιστινίων με το «45,5%» που είχε πει η απόφαση του ΟΗΕ.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΡΑΒΟΙΣΡΑΗΛΙΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Οι Αραβοϊσραηλινοί πόλεμοι, συνεχίστηκαν το 1956 με την «κρίση του Σουέζ» (2ος Αραβοϊσραηλινός πόλεμος). Η Αίγυπτος (του Νάσερ) διεκδικεί τη διώρυγα από τους Άγγλους και Γάλλους που την κατείχαν μέχρι τότε και προχωρά σε εθνικοποίησή της. Τον Οκτώβριο του 1956 Βρετανία, Γαλλίας και Ισραήλ συμφωνούν για συντονισμένη επίθεση κατά της Αιγύπτου. Στις 29 Οκτωβρίου, το Ισραήλ εισβάλλει στη Λωρίδα της Γάζας και πολύ σύντομα, ελέγχει όλη την περιοχή της διώρυγας και των στενών του Σουέζ, σε συνδυασμό με απόβαση 90.000 Βρετανών και Γάλλων στρατιωτών στο Πορτ Σάιντ. Όμως ΟΗΕ, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, (πρώτη και μοναδική φορά με κοινή γραμμή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου), καταδίκασαν απερίφραστα την επέμβαση αυτή κι άσκησαν τέτοιες πιέσεις που στις 22 Δεκεμβρίου τα Βρετανικά, Γαλλικά και Ισραηλινά στρατεύματα αναγκάζονται να αποχωρήσουν από την περιοχή. Η διώρυγα του Σουέζ και το Σινά ανήκουν στην Αίγυπτο.
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ 6 ΗΜΕΡΩΝ
Από τις αρχές του 1967 διάφορα μεθοριακά επεισόδια στα σύνορα με τη Συρία και την Αίγυπτο, ανεβάζουν το θερμόμετρο και προϊδεάζουν για τον επερχόμενο πόλεμο. Στην παρέλαση της Ημέρας Ανεξαρτησίας του Ισραήλ, στις 15 Μαΐου 1967, δεν πήραν μέρος άρματα μάχης. Οι Αιγυπτιακές αρχές θεώρησαν ότι αυτό είναι προάγγελος επίθεσης. Η Αίγυπτος, θέτει σε γενικό συναγερμό της στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας, το ίδιο συμβαίνει και στην Συρία καθώς και στην Ιορδανία και λίγο αργότερα στο Ιράκ και στο Κουβέιτ. Οι Άραβες απαιτούν από τον ΟΗΕ να αποσύρει τις δυνάμεις του από το Σινά, ώστε να τοποθετηθούν στην θέση τους Αιγυπτιακές δυνάμεις. Η Αίγυπτος κλείνει τα στενά του Τιράν, που ελέγχουν τον κόλπο της Ακάμπα και περιορίζουν τη δυνατότητα μετακίνησης Ισραηλιτικών ναυτικών δυνάμεων. Το Ισραήλ το θεωρεί αιτία πολέμου. Στις 4 Ιουνίου, συγκροτείται συμμαχία Αιγύπτου, Ιορδανίας, Συρίας, Ιράκ. Παρ’ όλη αυτή τη συσπείρωση το Ισραήλ, το επόμενο πρωί, χτυπάει πρώτο.
Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ (5/6)
Από νωρίς το πρωί, η Ισραηλινή αεροπορία επιτίθεται εναντίον των περισσότερων αεροδρομίων των 4 αραβικών χωρών. Πετώντας χαμηλά, ώστε να μη τα πιάνουν τα ραντάρ και διαθέτοντας τηλεκατευθυνόμενες βόμβες, καταστρέφουν πάνω από 400 αεροπλάνα των Αράβων στο έδαφος. Για να επιτεθούν στην Αίγυπτο κάνουν ολόκληρο κύκλο πάνω από τη Μεσόγειο και επιτίθενται από τα δυτικά, δηλαδή από κει που δεν τους περιμένουν. 16 Αιγυπτιακές βάσεις και άλλες 9 στις άλλες Αραβικές χώρες, δε μπορούν πια να παίξουν ρόλο στον πόλεμο. Η απόλυτη κυριαρχία του Ισραήλ στον αέρα, ήταν καθοριστικός παράγοντας στην γρήγορη επικράτησή του από κει και μετά. Συγχρόνως ο στρατός τους καταλαμβάνει τη λωρίδα της Γάζας και προελαύνει στη χερσόνησο του Σινά. Στην πλευρά της Ιορδανίας, οι δυνάμεις της Ιορδανίας καταλαμβάνουν την Ιερουσαλήμ και βομβαρδίζουν τον ισραηλινό τομέα της πόλης.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ
Οι Ισραηλινοί προωθούνται στην χερσόνησο του Σινά. Τα άρματά τους έχουν πλήρη αεροπορική κάλυψη, που οι αντίπαλοί τους δεν έχουν. Καταλαμβάνουν όλη τη Γάζα και σημαντικές θέσεις στη χερσόνησο του Σινά. Στο μέτωπο της Ιορδανίας οι Ισραηλινοί αντεπιτίθενται, καταλαμβάνουν σημαντικές θέσεις των Ιορδανών και περικυκλώνουν την Ιερουσαλήμ.
ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ
Ολόκληρη η χερσόνησος του Σινά πέφτει στα χέρια των Ισραηλινών. Το αιγυπτιακό μέτωπο καταρρέει και παραδίνεται. Ένας ισραηλινός σχηματισμός τεθωρακισμένων, με την υποστήριξη της αεροπορίας που δεν έχει αντίπαλο, διασχίζει μέσα σε 18 ώρες ολόκληρη την χερσόνησο. Άλλοι σχηματισμοί τεθωρακισμένων από τη στεριά, αλεξιπτωτιστών και αποβατικών δυνάμεων, καταλαμβάνουν όλα τα στρατηγικά σημεία και τις πόλεις του Σινά. Οι Ισραηλινοί είναι έτοιμοι να καταλάβουν τη διώρυγα του Σουέζ. Στο ανατολικό μέτωπο (Ιορδανία) οι Ισραηλινοί καταλαμβάνουν την ανατολική Ιερουσαλήμ μετά από οδομαχίες. Καταλαμβάνουν και τη στρατηγική Ναμπλούς, που αποτελεί το τελευταίο στήριγμα της Ιορδανικής προώθησης. Το ίδιο βράδυ η Ιορδανία συνθηκολογεί κι αποσύρεται από τον πόλεμο. Όλη η δυτική όχθη του Ιορδάνη είναι υπό Ισραηλινό έλεγχο.
ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΡΑ
Την 8η Ιουνίου γίνεται μαζική αντεπίθεση των Αιγυπτιακών δυνάμεων στο Σινά, σε μια προσπάθειά τους να απεγκλωβίσουν 7 μεραρχίες τους που ήταν περικυκλωμένες στο κέντρο της χερσονήσου. Όμως η αντεπίθεση συντρίβεται και το Ισραήλ καθαρίζει και ελέγχει όλο το Σινά. Το ίδιο βράδυ η Αίγυπτος καταθέτει τα όπλα.
ΠΕΜΠΤΗ ΜΕΡΑ
Με την Ιορδανία και την Αίγυπτο εκτός παιχνιδιού, η μέρα ξεκινά με Ισραηλινούς βομβαρδισμούς στις θέσεις του Συριακού πυροβολικού στα υψώματα του Γκολάν και με μαζικές αεροπορικές επιθέσεις στις Συριακές θέσεις, που οι Ισραηλινοί τις διασπούν και προωθούνται στο Συριακό έδαφος.
ΕΚΤΗ ΜΕΡΑ (10/6)
10 Ιούνη και οι δυνάμεις του Ισραήλ καταλαμβάνουν ολοκληρωτικά τα υψώματα του Γκολάν και φτάνουν 65 χιλιόμετρα από τη Δαμασκό. H Συρία συνθηκολογεί. Ο πόλεμος των «6 ημερών», για την ακρίβεια κράτησε 132,5 ώρες.
ΟΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ
Οι δυνάμεις του Ισραήλ που μπήκαν στον πόλεμο ήταν 100.000 από τις 270.000 άνδρες που διέθετε, 300 αεροπλάνα, 800 άρματα μάχης. Όλοι οι Άραβες μαζί, είχαν αναπτύξει 240.000 άνδρες από τους 550.000 άνδρες που διέθεταν, 850 αεροπλάνα και 1.400 άρματα μάχης.
Το Ισραήλ στον πόλεμο είχε γύρω στους 900 νεκρούς, 4.500 τραυματίες, 15 αιχμάλωτους, 400 κατεστραμμένα άρματα μάχης και 46 κατεστραμμένα αεροπλάνα. Οι Άραβες είχαν περίπου 22.000 νεκρούς, 45.000 τραυματίες και πολλές χιλιάδες αιχμαλώτους. Ο Ερυθρός Σταυρός μάζευε χαμένους κι εξαντλημένους Αιγύπτιους στρατιώτες στη χερσόνησο του Σινά, αρκετές ακόμα μέρες μετά τη λήξη του πολέμου, με μια μαζική επιχείρηση σωτηρίας που οργάνωσε. Οι Άραβες είχαν πάνω από 450 κατεστραμμένα αεροπλάνα και αρκετές εκατοντάδες άρματα μάχης.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Στον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» έλαβαν μέρος στρατιωτικοί, που πρωταγωνίστησαν στις κατοπινές πολιτικές εξελίξεις, ιδιαίτερα στο Ισραήλ. Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ισραήλ τότε ήταν ο Γιτζάκ Ράμπιν, μετέπειτα πρωθυπουργός. Επικεφαλής της επίθεσης των Ισραηλινών στο Σινά, ήταν ο Αριέλ Σαρόν, κι αυτός μετέπειτα πρωθυπουργός. Των Συριακών δυνάμεων ηγήθηκε ο Χαφέζ Αλ Άσαντ, πρόεδρος της Συρίας ως το θάνατό του το 2000. Το όνομα όμως που ακούστηκε τότε σ’ όλον τον κόσμο περισσότερο από κάθε άλλο, ήταν αυτό του μονόφθαλμου Ισραηλινού στρατηγού Μοσέ Νταγιάν, που ήταν διοικητής των τεθωρακισμένων που κατέλαβαν το Σινά στον πόλεμο του 1948, πρώην αρχηγού του γενικού επιτελείου του στρατού του Ισραήλ. Πριν τον πόλεμο των 6 ημερών ανακλήθηκε στην υπηρεσία κι έγινε υπουργός άμυνας τις μέρες του πολέμου, όπου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έκβασή του.
ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΧΑΡΤΗ
Το συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ, στις 22 Νοέμβρη του 1967, κάλεσε το Ισραήλ να αποχωρήσει από τα κατεχόμενα Αραβικά εδάφη, μέχρι τις γραμμές που ίσχυαν στις 5 Ιούνη του 1967. Η κυβέρνηση του Ισραήλ αρνήθηκε. Το Ισραήλ σαν αποτέλεσμα αυτού του πολέμου τετραπλασίασε την έκτασή του. Από αυτό τον πόλεμο ξεκινά η Ισραηλινή κατοχή στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, στη Δυτική όχθη του Ιορδάνη, στη λωρίδα της Γάζας και στα άλλα Παλαιστινιακά εδάφη. Οι Ισραηλινοί έχουν ενσωματώσει από τότε στο κράτος τους τα υψώματα του Γκολάν, ενώ επέστρεψαν τη χερσόνησο του Σινά στην Αίγυπτο. Σ’ όλα αυτά έχουν ακολουθήσει πολιτική εποικισμού. Ο χάρτης των εξωτερικών συνόρων του Ισραήλ διαμορφώθηκε εκείνες τις περίφημες ιστορικές 6 μέρες.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

31 Μάη 1919 βρέθηκε και αναγνωρίστηκε το πτώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ




Σαν σήμερα 31 Μάη 1919 βρέθηκε και αναγνωρίστηκε το πτώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ μετά από αυτοψία στο νοσοκομείο Χαριτέ, του Βερολίνου.

Στις 15 Γενάρη 1919, η νεαρή Γερμανική επανάσταση αποκεφαλίστηκε και σφραγίστηκε με το διπλό φόνο του Κάρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, οταν η Ασφάλεια κατάφερε να εντοπίσει το κρησφύγετο όπου κρύβονταν ο Λίμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ. Οι ασφαλίτες εισέβαλαν και συνέλαβαν τους δύο ηγέτες, τους οποίους μετέφεραν στο Επιτελείο Μεραρχίας Ιππικού της Φρουράς του Βερολίνου. Εκεί εκτελέστηκαν από αποθηριωμένους αξιωματικούς. Για να καλύψουν τα ίχνη τους, οι δολοφόνοι έστειλαν το πτώμα του Λίμπκνεχτ στο νεκροτομείο ως «πτώμα αγνώστου ανδρός», ενώ το πτώμα της Λούξεμπουργκ πετάχτηκε στο κανάλι Landwehr όπου βρέθηκε στις 31 του Μάη 1919.
Τίποτα από κείνη την περίοδο δεν πρέπει να ξεχαστεί!
************
Νίκου Καζαντζάκη ''Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ'':
...Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».
Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!
Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.
Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια:
«Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως μεόλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».
Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.
Και παρακάτω γράφει:
«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου· το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»
«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.
Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.
»Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».
Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:
«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.
»Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου· ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»
Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.
Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.
«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»
Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:
«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομον’η όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλω΄και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».
Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!
Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή: – Βοήθεια!
Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.
Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.
Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.
Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. ΄
Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.
Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας:
-Βοήθεια!»
Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.
Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
«Ο μικρός σκορπιός είπε: – Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!»
(απόσπασμα απο τον πρόλογο του Ν. Καζαντζάκη στο βιβλιο της Ρόζας Λούξεμπουργκ: ''Οργανωτικά προβλήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας'', μτρφ. Δ. Φασέα, εισαγωγή Αλ. Ρήγος, πρόλογος Ν. Καζαντζάκης «Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ», εκδόσεις Κοροντζής, Αθήνα,1927)

(Via Ελενη Μαρκακη)












Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Πάσχα 1949: Ο Δικός μας Αναστηθείς εκ Νεκρών !

 

Από Konstantinos Mpourxas 5 ώρ.

🔴🔵 24 Απρίλη του 1949...Μεγάλο Σάββατο Η 2η μεραρχία του Διαμαντή βρίσκεται εγκλωβισμένη στο ‘’Λαζόρεμμα‘’στη Γκιώνα κοντά στο χωριό Συκιά..Οι αντάρτες ολοι τους μαυροτένεροι, πεινασμένοι και τρισάθλιοι. Μεγάλο Σάββατο..ξημερώνει Λαμπρή..
🔴 Ο Πεντεδέκας από το Δαδί που έσωσε τον μικρό Γιαννάκη από τον Θάνατο ..ΚΑΙ Η....💥 Α Λ Η Θ Ι Ν Η Α Ν Α Σ Τ Α Σ Η....
✍️ ΜΗΤΣΟΣ ΑΔΡΥΜΗΣ ..Ενα χάος στροβιλίζεται στο μυαλό μας ...Πιάσαμε ο καθένας από έναν έλατο(Μας διηγείται η Ευσταθία Καψή από την Γλούνιστα - αδερφή του καπετάν - Ανάποδου)τυλιχτήκαμε με τις χλαίνες, βάλαμε προσκέφαλο το άδειο σακίδιο , πήραμε το ντουφέκι αγκαλιά και αφήσαμε τις σκέψεις μας στο κενό σε μια παρανοϊκή πραγματικότητα .
Τώρα είναι τόσο κοντά η ζωή και ο Θάνατος .
Ξεστρατισμένοι απ’ το φυσιολογικό δρόμο της ζωής .
Κανένας μας δεν θυμάται τίποτα .
Ούτε αν είναι Μέγα Σάββατο η ξημερώνει Λαμπρή.
Ενα χάος στροβιλίζεται στο μυαλό μας .
Ωστόσο ο μέραρχος μας ο Διαμαντής δέν έχει ύπνο .
Πηγαινοέρχεται ανήσυχος καπνίζοντας αρειμανίως , δεν τον χωράει ο τόπος , δίνει
οδηγίες για το αυριανό Πασχαλινό δρομολόγιο .
¨¨ Ορθρου βαθέος ¨¨ θα περάσουμε τον Μόρνο , στην παρυφή του χωριού Συκιά κι
ύστερα θα ανεβούμε στην Μουσουνίτσα , στα Βαρδούσια , κι ύστερα …….Βλέπουμε .
Μοιάζουμε όλοι γερασμένα λιοντάρια που δεν μπορούν να κονομήσουν την τροφή
τους . Μας πήρε ο ύπνος .
Μοιάζουμε άδειες σαμπρέλες για πέταμα με την ψυχή
βαρειά απ’ τον κατατρεγμό και τ’αδιέξοδα .
Ξεκινήσαμε ……. ημέρα Πάσχα 24 Απρίλη του 1949 .
Κατηφοριαστό το ρέμμα απότομο , γλυστράει , δεν μπορούμε να στεριώσουμε , και μείς ο ένας κοντά τον άλλον μοιάζουμε φαντάσματα πατώντας στα νύχια μην
δημιουργήσουμε θόρυβο λές και δεν είμαστε ¨¨ εκ του κόσμου τούτου ¨¨ .
Ο στρατός λουφαγμένος στο Λευκαδίτι δεν θέλει να χαλάσει την πασχαλιάτικη ευφροσύνη του ..
Ισως να έμαθε ότι διαβαίνει ο Διαμαντής…κι ο φόβος φυλάει τα έρμα .
Περάσαμε τις παρυφές του χωριού και φτάσαμε στον Μόρνο
Το ποτάμι κατέβαινε ορμητικό σαν θυμωμένο στοιχειό . Αφριζε και βούϊζε .
Αρμαθιαστήκαμε ομάδα ομάδα και ριχνόμαστε στο παγωμένο νερό που μας χτύπαγε κατάστηθα .
Μαζί μας και ένας μεσόκοπος τσοπάνης ο Κουβέλης απ’ το Συγκρέλο , που είχε μαζί του και το μικρό του γυιό το Γιαννάκη 14 χρονών , ένα λιπόσαρκο , αδύνατο πλασματάκι που μας ακολουθούσε αδιαμαρτύρητα .
Πολλοί από εμάς πρότειναν να πάρουν το Γιαννάκη στον ώμο τους αλλά ο Κουβέλης ηταν ανένδοτος .
Εβαλε λοιπόν το Γιαννάκη στο δικό του σβέρκο καβάλα και μπήκε στο νερό .
Κάπου όμως παραπάτησε και ο μικρός Γιαννάκης έπεσε καταμεσίς στο αφρισμένο ποτάμι .
Το ορμητικό ρεύμα τον άρπαξε σαν να ηταν κουρέλι και με γρηγοράδα τον ανεβοκατέβαζε στον άγριο κυματισμό του ωσπου χάθηκε απ’ τα μάτια μας στο βάθος του ποταμιού .
Εμείς βγαίνοντας ένας ένας πότε πενήντα πότε εκατό μέτρα παρακάτω γιατί μας παράσερνε το ρεύμα του ποταμιού καθόμαστε λίγο να στραγγίσουμε και το κορμί μας και η ψυχή μας έβραζαν από οργή .
Το πνίξιμο του μικρού Γιαννάκη μας είχε συγκινήσει , κι ο δόλιος πατέρας δεν είχε το κουράγιο να εκδηλώσει τον πόνο του, ακολουθούσε αναμαλλιασμένος και
σκυφτός απ’ τις κακουχίες και με δάκρυα στα μάτια ολο μουρμούριζε .. ….
¨¨ ΩΧ παιδάκι μ ‘ ¨¨ και εμείς ολο ανεβαίναμε το χιονισμένο βουνό έχοντας για μουσική το βασανισμένο κλάμα του Κουβέλη ¨¨ΩΧ Παιδάκι μ’ ¨¨
Φτάσαμε στο ελατοδάσος μεταξύ Κονιάκου και Μουσουνίτσας και σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσσα και να συγκεντρωθούμε .
Τότε ήταν που ήρθε και σε μας το μήνυμα της Ανάστασης .
Είδαμε το μικρό Γιαννάκη ζωντανό κι όρθιο ανάμεσά μας αχνό και γελαστό και να πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα του .
Κοιτάζουμε όλοι αποσβολωμένοι ………Κοιτάζουμε !!!!
Αναζητούμε τα ¨¨εντάφια σπάργανᨨ, τους ¨¨ τύπους των ήλων ¨¨ , Τίποτα !!!
Ο πατέρας κλαίει από χαρά χαϊδεύοντας το κεφάλι του γυιού του .
Εμείς μείναμε κοκκαλωμένοι ……σύξυλοι ….στον τόπο .
Σε κανένα θέατρο του κόσμου δεν ξαναπαίχτηκε τόσο τραγική θέαση , όπως σε αυτό το σκηνικό σήμερα .
Να που και εμείς οι καταραμένοι , οι κολασμένοι , οι αποκηρυγμένοι , οι απόβλητοι , είχαμε την δική μας ΑΝΑΣΤΑΣΗ !!!!!!
Ο δικός μας Χριστός ‘ηταν μικρούλης χλομός- χλομός βρεγμένος , και πεινασμένος .
Μας κοίταζε ολους χωρίς υποσχέσεις .
Τον πλησιάζουμε όλοι και τον χαϊδεύουμε ,κάτω απ’ τα κουρέλια χτυπάει η παιδική του καρδούλα , φωλιάζει μια ψυχή που γύρισε απ’ το θάνατο .
Ψάχνουμε τις τσέπες μας , τα σακίδιά μας μην υπάρχει τίποτα να φυλέψουμε το Γιαννάκη . Τίποτα , Τίποτα , Τίποτα !!!
Οι σύντροφοι που τον έφεραν μας διηγήθηκαν την Ιστορία
Μια διμοιρία με τον Κώστα τον Πεντεδέκα απ’ το Δαδί βάδιζε σαν πλαγιοφυλακή δίπλα στο ποτάμι καμμιά πεντακοσαριά μέτρα παρακάτω .
Είχε ξημερώσει και πρόσεξαν οι αντάρτες ένα κουρέλι στην όχθη .
Πλησίασαν και είδαν το ανταρτόπουλο ακίνητο , κίτρινο , νεκρό .
Γρήγορα ο Πεντεδέκας το άρπαξε , το σήκωσε με το κεφάλι κάτω και άδειασε το νερό που είχε πιεί .( Ο Κώστας ηταν τελειόφοιτος της Γυμναστικής Ακαδημίας και
κάτεχε από τέτοια )
Το έτριψε , του έκανε μαλάξεις αναπνευστικές και το παιδί άρχισε να ζωντανεύει , σήκωσε το καλαμένιο κορμάκι του και περπάτησε ακολουθώντας τους αντάρτες στην ανηφορική πορεία προς τα Βαρδούσια αυτός
<< Ο αναστηθείς εκ νεκρών >>
Και όλοι ρωτούσαμε πώς πέρασε στο Αδη .
Ο Κουβέλης έβγαλε λίγο αλεύρι που φύλαγε στο σακίδιό του , το έβαλε σε ‘ένα άδειο κονσερβοκούτι έριξε και λίγο χιόνι για νερό και το έδωσε στον Γιαννάκη για να ψυχοπιάσει .
Παρακολουθούσαμε αμίλητοι ολοι το φοβερό θέαμα .
Θέλαμε να κλάψουμε μα δεν μπορούσαμε τα δάκρυα είχαν στεγνώσει στις καρδιές μας και είχαμε χάσει ολοι την
δύναμή μας .
Δεν μπορούσα να βρίσω , να ψιθυρίσω έστω ένα στιχάκι .!!!!
Ενοιωθα τα σαγόνια μου να τρέμουν απ’ την οργή και το παράπονο .
Αφτού είχαμε φτάσει .Η κούραση και η νύστα μας είχαν διαλύσει .
Φτάσαμε επιτέλους στο Γιδοβούνι , κοντά μεσάνυχτα .
Σκάβουμε στο χιόνι , που είναι παγωμένο σαν πέτρα να βρούμε μαύρη γής .
Κόψαμε κλωνάρια απ’ τά έλατα για να φτιάξουμε στρώμα μην μας γκιάξει το κρύο .
¨
Ενα παρόμοιο μικρό γιατάκι έτοίμασε και ο Κουβέλης και ξάπλωσε μαζί με τον νεκραναστημένο Γιαννάκη ,τον δικό μας Χριστό που αναστήθηκε στο Μόρνο το σωτήριο έτος 1949 24 του Απρίλη…
Απο Γιώργος Παρνασσιώτης



Δημήτρης Τάκης
Απ' τις ιστορίες που σου χαρακωνουν βαθιά την ψυχή και την καρδιά αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια.
Έχουμε χρέος να συνεχίσουμε τον αγώνα αυτών των συντρόφων.
Ως Κομμουνιστές κι ως άνθρωποι έχουμε βαριά ευθύνη.
Το λέω και θα το λέω πάντα....